«Απάντηση στο δίλημμα: μιζέρια ή προοπτική»
Ελάχιστοι αμφισβητούν το γεγονός ότι οι μήνες που πέρασε η χώρα μας ήταν ίσως από τους πιο κρίσιμους στην πρόσφατη ιστορία της. Για πρώτη φορά, χρόνιες και καινούριες παθογένειες, αδυναμίες και στρεβλώσεις, αδικίες και βαθιά ριζωμένα διαρθρωτικά προβλήματα υψώνονται μπροστά μας και μας καλούν επιτακτικά να τα αντιμετωπίσουμε και να τα λύσουμε, μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Είναι όμως και γεγονός ότι για πρώτη φορά η ελληνική κοινωνία επιδεικνύει τέτοια αποφασιστικότητα να τα αντιμετωπίσει. Μια αποφασιστικότητα που ήταν για την Ελλάδα μονόδρομος. Τα αποτελέσματα της τεράστιας προσπάθειας που γίνεται και της θυσίας που καταβάλλουν οι Έλληνες πολίτες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατά.
Από την απόλυτη αμφισβήτηση που γνώρισε η Ελλάδα έως την άνοιξη, σήμερα η κατάσταση αντιστρέφεται. Οι φωνές διεθνώς που παραδέχονται την προσπάθεια και πιστεύουν στην επιτυχία της Ελλάδας ολοένα και αυξάνονται γιατί ήδη υπάρχουν ορατά αποτελέσματα.
Πρώτη μεγάλη πρόκληση ήταν το συμμάζεμα των δημοσίων οικονομικών. Και έχουμε καταφέρει μέσα στους πρώτους επτά μήνες του έτους να μειωθεί το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού κατά περίπου 40%. Το δημοσιονομικό πρόβλημα, το έλλειμμα των 30 δισ. ευρώ του 2009 σε συνδυασμό με το πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος που ξεπέρασε το 110% του ΑΕΠ και έχει τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης έφερε τη χώρα στα άκρα. Αν σε αυτό προσθέσουμε και το πολύ μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας από τις διαδοχικές αποτυχίες να συγκρατηθούν τα ελλείμματα και το πρόβλημα των στατιστικών δεδομένων τότε μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί οι αγορές έκλεισαν για την Ελλάδα. Κανένας επενδυτής δεν θα ήθελε να δανείσει μία χώρα που βλέπει ότι τα νούμερά της δεν πρόκειται να βγουν και αισθάνεται ότι δεν πρόκειται να πάρει πίσω τα χρήματά του.
Και εδώ δεν έχουμε μπροστά μας ένα κλασικό ζήτημα «ευημερίας των αριθμών». Αντίθετα είναι ζήτημα ουσίας και ευημερίας της χώρας και των πολιτών της, είναι κατεξοχήν αναπτυξιακό ζήτημα.
Οι πόροι που χρειάζεται η ανάπτυξη, οι επενδύσεις που θα γίνουν παραγωγικές μονάδες και μονάδες παροχής υπηρεσιών και θέσεις εργασίας απαιτούν πόρους – δημόσιους και ιδιωτικούς. Το πρόβλημα δανεισμού της Ελλάδας διαχέεται σε όλη την οικονομία και φυσικά και στο τραπεζικό σύστημα. Άρα, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ανάπτυξη αν δεν αποκατασταθεί η ρευστότητα και η χρηματοδότηση της οικονομίας. Δεν μπορεί επίσης να μιλήσει κανείς για ανάπτυξη αν δεν αποκατασταθεί η αξιοπιστία, όχι μόνο απέναντι στους δανειστές του κράτους και των τραπεζών, αλλά και απέναντι σε κάθε επενδυτή εγχώριο και ξένο. Και η αξιοπιστία της χώρας περνάει μέσα και από ένα αξιόπιστο δημόσιο τομέα, που κατ’ αρχήν μπορεί να λειτουργήσει έχοντας εξασφαλίσει τη δική του χρηματοδότηση και μπορεί να εγγυηθεί ένα σταθερό οικονομικό περιβάλλον.
Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα είναι στη βάση του αναπτυξιακό. Και αυτό γιατί δεν είναι ένα στείρο πρόγραμμα περικοπής δαπανών και αύξησης των φόρων. Ξεκινώντας από ένα έλλειμμα σχεδόν 14% του ΑΕΠ στοχεύουμε να φτάσουμε σε ένα έλλειμμα κάτω από 3% έως το 2014. Σε απόλυτο μέγεθος αυτό σημαίνει μια μείωση του ελλείμματος πάνω από 20 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι αδύνατο να γίνει μόνο με άμεσα δημοσιονομικά μέτρα. Αντίθετα επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές τόσο στο δημόσιο τομέα για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του, αλλά και η αποτελεσματικότητα των δαπανών όσο και στον ιδιωτικό τομέα για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη της οικονομίας.
Το δημοσιονομικό μας πρόβλημα είναι πρόβλημα σπατάλης, δηλαδή δαπάνης που δεν εξυπηρετεί τον πολίτη, δεν στηρίζει την ανάπτυξη και το κοινωνικό κράτος. Ήδη με την εφαρμογή του Προϋπολογισμού του 2010 ακολουθήσαμε στο υπάρχον πλαίσιο μια πολύ αυστηρή διαδικασία παρακολούθησης και διάθεσης των πιστώσεων σε μηνιαία βάση. Αποτέλεσμα είναι η μείωση των πρωτογενών δαπανών ήδη κατά 10%, και στις λειτουργικές και καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου έχουμε μειώσεις που ξεπερνούν το 50%.
Με το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο που ψηφίστηκε τον Ιούλιο και θα ισχύσει από τον Προϋπολογισμό του 2011 αλλάζει ριζικά το τρόπος που διαχειρίζεται το κράτος τα χρήματα του πολίτη: μπαίνουν πλαφόν στις δαπάνες, καταγράφονται οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το δημόσιο, υπάρχει τριετής προγραμματισμός, δίνουμε λογαριασμό για όλη τη δημόσια διοίκηση και όχι μόνο για το στενό δημόσιο τομέα.
Με την ολοκλήρωση του πληροφοριακού συστήματος που μπαίνει σε λειτουργία από 1/1/2011 μηχανογραφούνται όλες οι δημόσιες δαπάνες και με το πρόγραμμα «διαύγεια» του Υπουργείου Εσωτερικών ο πολίτης θα μπορεί να παρακολουθεί άμεσα που ξοδεύονται τα χρήματά του, από ποιους και γιατί.
Στο άλλο σκέλος του προϋπολογισμού στα δημόσια έσοδα, από τον Απρίλιο με την ψήφιση του νέου φορολογικού νόμου χτίζουμε από την αρχή το φορολογικό μας σύστημα. Όχι μόνο αλλάζοντας τον τρόπο φορολόγησης των εισοδημάτων και των περιουσιών, ώστε να είναι πιο δίκαιη η κατανομή των φορολογικών βαρών αλλά και κάνοντας – για πρώτη φορά – μια τόσο συντονισμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, από τις αποδείξεις έως τις offshore και τις ενδοομιλικές συναλλαγές.
Επόμενος μεγάλος στόχος είναι η πλήρης αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών με στόχο την αποτελεσματικότητα και την εξυπηρέτηση του πολίτη. Οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες που θα παρέχονται από το 2011 πολλαπλασιάζονται. Έως τον Οκτώβριο θα έχει κατατεθεί το νέο νομοσχέδιο για την αναδιοργάνωση των οικονομικών υπηρεσιών που θα αλλάξει ριζικά τη σχέση του πολίτη με τη φορολογική διοίκηση.
Οι αλλαγές αυτές οδηγούν στη σταθερότητα και την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κράτους, αλλά και στην οικονομία συνολικά. Είναι προϋπόθεση για να μπορέσει να στηριχθεί η ανάπτυξη και η δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων που θα προκύψουν από αυτή.
Μεγάλες αλλαγές προωθούνται παράλληλα και στην πραγματική οικονομία. Επόμενα άμεσα βήματα είναι το νομοσχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, που επίσης πρόκειται να παρουσιαστεί τον Οκτώβριο, ένα νέο πλαίσιο για την προώθηση των επενδύσεων – μεγάλων και μικρών, η διευκόλυνση της αδειοδότησης των επιχειρήσεων, η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.
Έντεκα μήνες μετά ανάληψη της ευθύνης της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, και πέντε μήνες μετά την ενεργοποίηση του μηχανισμού για τη στήριξη της Ελλάδας από τις χώρες της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ, η χώρας μας αποδεικνύει ότι έχει πάρει τις αποφάσεις της. Αποφάσεις που οδηγούν σε αποτελέσματα που είναι ήδη ορατά. Πολλοί μιλούν για «άδικη» συμφωνία. Ξεχνούν ότι άδικη θα ήταν η χρεωκοπία της χώρας. Αυτό θα ήταν το πιο άδικο που θα μπορούσε να μας έχει συμβεί. Η χρεωκοπία θα έπληττε βάναυσα τους αδύναμους, και οι έχοντες και κατέχοντες δεν θα πλήρωναν εξίσου. Τα 110 δις. διέσωσαν το κράτος που έχουν κατεξοχήν ανάγκη οι αδύναμοι.
Το ότι πήραμε επώδυνες αποφάσεις επειδή δεν είχαμε χρόνο να επιμερίσουμε τα βάρη πιο ακριβοδίκαια, μας δεσμεύει να επιστρέψουμε το μέρισμα της σωτηρίας σε αυτούς που έβαλαν πλάτη.
Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα αυτά είναι μια εύκολη διαδικασία. Για την ακρίβεια είναι μια διαδικασία και μια προσπάθεια ανάλογη του μεγέθους των προβλημάτων που πρέπει να λυθούν. Όμως το δίλημμα που έχουμε πάντα μπροστά μας είναι αν θα επιτρέψουμε να μας κρατήσει πίσω η μιζέρια που τροφοδοτούν η ανυπομονησία και ο μηδενισμός ή αν θα αφήσουμε χώρο στην προοπτική που τροφοδοτεί η πρωτοφανής προσπάθεια που καταβάλλουμε ως κοινωνία και οι πρώτες νίκες που έχουμε επιτύχει. Η κυβέρνηση τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της προοπτικής.