Με προοπτική δεκαπενταετίας κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς το προτεινόμενο Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο, χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα ως στρατηγική βάση για την ανάπτυξης της χώρας. Πρόκειται για θέμα ιδιαίτερα σημαντικό για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας αλλά και για την περιοχή μας, διότι αποτελεί την πυξίδα για την αναπτυξιακή προοπτική και το μπούσουλα για τις κατευθύνσεις που θα ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια η χώρα σε όλους τους τομείς. Απαιτείται λοιπόν κατάθεση απόψεων από όλους τους φορείς με τη δέουσα συνέπεια και σοβαρότητα, χωρίς τακτικισμούς και υστεροβουλίες.
Ωστόσο, ο προτεινόμενος σχεδιασμός από την κυβέρνηση δεν ασπάζεται την άποψη αυτή. Καταρχήν για μία ακόμα φορά η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι θέτει το θέμα σε δημόσιο διάλογο. Όμως οι φορείς που έπρεπε από την αρχή να συμμετέχουν στη διαβούλευση δεν προσκλήθηκαν ποτέ, ενώ το ΥΠΕΧΩΔΕ δεν συγκάλεσε επί τριάμισι χρόνια ούτε μια φορά το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας. Παρόλα αυτά κλήθηκε να εγκρίνει ένα προαποφασισμένο κείμενο εντός μερικών εβδομάδων.
Ο επιστημονικός και τεχνικός κόσμος κάνει λόγο για διάψευση όλων των προσδοκιών, καθώς οι παρεμβάσεις που γίνονται δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι εννέα από τους δεκαεννέα φορείς που συμμετείχαν στη διαδικασία διαβούλευσης δεν υπέγραψαν το τελικό κείμενο. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία πληροφόρηση για το τι συνέβη κατά την εσωτερική διαβούλευση της κυβέρνησης ανάμεσα στα συναρμόδια Υπουργεία.
Σε γενικές γραμμές το προτεινόμενο σχέδιο δεν προωθεί γενναίες ρυθμίσεις, αφήνει εκτός αναπτυξιακής προοπτικής την περιφέρεια, στερείται οράματος και αποτυπώνει απλώς στείρες κατασκευαστικές προτεραιότητες του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Επί της ουσίας καταγράφει μια σειρά δρομολογημένων έργων χωρίς ένταξη σε ενιαίο πλαίσιο και παραθέτει καταλόγους με τις συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας έναντι των αντιστοίχων κοινοτικών πολιτικών.
Οι πρώτες αντιδράσεις είναι αρνητικές και στην τοπική κοινωνία του νομού μας, η οποία απαιτεί τον ανασχεδιασμό του Χωροταξικού Σχεδίου. Κι αυτό γιατί η περιοχή μας δεν βρίσκεται πια στους πρωτεύοντες Εθνικούς Πόλους, παρόλη την προσφορά και τον σημαντικό ρόλο που παίζει στο ενεργειακό τοπίο. Το θέμα εξαντλείται σε μια μικρή αναφορά, στην οποία η περιοχή δεν χαρακτηρίζεται καν ενεργειακό κέντρο. Παράλληλα αγνοείται τελείως το γεγονός ότι η Δυτ. Μακεδονία είναι η πύλη προς τα Δυτ. Βαλκάνια, όπως επίσης και ότι ο φυσικός πλούτος και η ομορφιά που διαθέτουν πρέπει να προστατευθούν και μπορούν να αξιοποιηθούν.
Είναι προφανές ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός της χώρας αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Οφείλει, όμως, να προωθηθεί με τον σωστό τρόπο, να είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας και σύνθεσης απόψεων όλων των φορέων και να είναι σύμφωνο με τις επιταγές του ευρωπαϊκού προσανατολισμού.
Συγκεκριμένα σε σχέση με την περιοχή μας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνεισφορά της στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον, εντάσσοντας το Νομό Κοζάνης στους λοιπούς Εθνικούς Πόλους, αναδεικνύοντας τον ως ενεργειακό κέντρο της χώρας. Δεν πρέπει δε να αγνοηθεί ότι η Δυτ. Μακεδονία, αν και δεν συνορεύει με θάλασσα, διαθέτει το μεγαλύτερο υδάτινο όγκο, γεγονός που μπορεί να αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό σε σχέση με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και σε σχέση με τον τουρισμό.
Ένας ακόμα σημαντικός τομέας για τον οποίο πρέπει να υπάρξει μέριμνα και διατύπωση προτάσεων είναι οι μεταφορές, ιδιαίτερα σε σχέση με το αεροδρόμιο και τη σωστή λειτουργία του. Σε συνδυασμό μάλιστα με την ένταξη της περιοχής στο ευρύτερο σιδηροδρομικό δίκτυο, μπορεί να δοθεί νέα ώθηση στην επιβατική και εμπορική μεταφορά, διευκολύνοντας τις μετακινήσεις, προωθώντας παράλληλα τον τουρισμό στην περιοχή μας, μιας και η περιοχή μας είναι υποχρεωτική δίοδος από την βορειοδυτική είσοδο της χώρας.
Ταυτόχρονα η προώθηση του εναλλακτικού τουρισμού πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, αφού η διασύνδεση των περιφερειών Δυτ. Μακεδονίας και Ηπείρου, δημιουργεί την προοπτική νέων υποδομών που θα αναδείξουν το φυσικό πλούτο και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μας.
Δεν νοείται χωροταξικός σχεδιασμός χωρίς διάλογο. Γι’ αυτό και πρέπει να απαιτήσουμε τον ανασχεδιασμό του, να προσδιορίσουμε τις στρατηγικές και να κάνουμε προτάσεις για ολοκληρωμένη αειφόρο ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη την πράσινη οικονομία, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου, αξιοποιώντας παράλληλα το ΕΣΠΑ, του οποίου οι χρηματοδοτήσεις αφορούν κατά κόρον την περιφέρεια.
* Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι Βουλευτής Νομού Κοζάνης και Εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ