Τις τελευταίες δεκαετίες η ανάπτυξη του Νομού βασίστηκε – όπως όλοι ξέρουμε – σε μεγάλο βαθμό στις δραστηριότητες της ΔΕΗ. Τώρα τελευταία, σημαντικό ρόλο αποκτούν οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες, με το ΤΕΙ κυρίως αλλά και με τη δημιουργία των νέων τμημάτων του Πανεπιστήμιου. Είναι μία εξέλιξη εξαιρετικά θετική για όλη την περιοχή, γιατί συμβαδίζει με τις διεθνείς τάσεις και έχει τη δυνατότητα – εάν αναπτυχθεί σωστά – να στηρίξει μία σειρά από νέες οικονομικές δραστηριότητες που θα περιορίσουν τη σημερινή «μονοκαλλιέργεια» της ενέργειας στο αναπτυξιακό πρότυπο. Είναι συνεπώς σημαντικό η υλοποίηση του σχεδιασμού του Πανεπιστημίου να «δέσει» με την οικονομική ταυτότητα της περιοχής, αξιοποιώντας τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα αλλά και δημιουργώντας νέα. Είναι εξίσου δε σημαντικό να αναβαθμιστεί ο ρόλος του ΤΕΙ. Εκτός από το να είναι ένα από τα μεγαλύτερα στη χώρα, πρέπει να είναι και ένα από τα καλύτερα.
Εδώ υπάρχει μία πρόσφατη εξέλιξη που πρέπει να προβληματίσει. Η κυβέρνηση προτίθεται από την επόμενη εξεταστική περίοδο να θέσει το 10 ως όριο για την εισαγωγή ενός μαθητή στην τριτοβάθμια εκπαιδευση. Είναι μία πρόταση που ενώ «ακούγεται» σωστή – δεν πρέπει να υπάρχει μία βάση εισαγωγής και να μπαίνουν μόνο οι άξιοι; – στην πράξη εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την ποιότητα του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή. Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μία «προκρούστια λογική» αποκλεισμού αλλά ουσιαστικές πολιτικές που αναβαθμίζουν την ποιότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και σε αυτήν την κατεύθυνση δεν έχουμε ακούσει τίποτα από την κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ως αποτέλεσμα ο νομός να υποδεχθεί πολύ λιγότερους νέους σπουδαστές του χρόνου τέτοιον καιρό. Είναι κακό αυτό; Ναι, και εδώ δεν μιλάμε για τον αριθμό των ενοικιαζομένων διαμερισμάτων. Πράγματι το ΤΕΙ σήμερα έχει περισσότερους σπουδαστές από ό,τι μπορεί να αντέξει με τη χρηματοδότηση που έχει. Η λύση όμως είναι να αυξηθούν οι πόροι ανά σπουδαστή, όχι να μειωθούν οι σπουδαστές.
Τι θα μπορούσε να γίνει? Καταρχάς να ενεργοποιηθεί η τοπική κοινωνία για να στηριχθούν τόσο το ΤΕΙ όσο και το Πανεπιστήμιο. Ξεκινώντας από το πολιτικό προσωπικό του νομού, μέχρι την τοπική αυτοδιοίκηση, και φυσικά τους φοιτητές και το προσωπικό στα ιδρύματα αυτά, πρέπει να γίνει μία μεγάλη συλλογική προσπάθεια ώστε να υπάρξει δημόσια χρηματοδότηση και τα ιδρύματα να στελεχωθούν με μόνιμους καθηγητές, εργαστήρια και ότι άλλο χρειάζεται έτσι ώστε να λειτουργήσουν ως πρότυπα κέντρα σπουδών, έρευνας και καινοτομίας.
Τα προβλήματα είναι πολλά. Από την έλλειψη κατάλληλων εργαστηρίων στο Τμήμα των Μηχανικών Διαχείρισης Ενεργειακών Πόρων που καταλήγει στο να υπάρχουν φοιτητές που ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους χωρίς να έχουν παρακολουθήσει ούτε μια ώρα εργαστήρια, μέχρι την κατοχύρωση με ξεκάθαρο τρόπο των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Προβλήματα που χρονίζουν, τα οποία – παρά την πρόοδο που έγινε σε θέματα εκπαίδευσης – δεν λύθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση, και τα οποία η σημερινή δείχνει να αγνοεί μειώνοντας – αντί να αυξήσει όπως υποσχέθηκε προεκλογικά – τις δαπάνες για την εκπίδευση ως ποσοσοτό του ΑΕΠ.
Υπάρχουν όμως και άλλα, πιο πρακτικά, πράγματα που μπορούν να γίνουν για να είναι η περιοχή περιζήτητος προορισμός σπουδών όταν οι υποψήφιοι συμπληρώνουν τα μηχανογραφικά τους. Ένα είναι η διατήρηση χαμηλού κόστους στα ενοίκια, με μία για παράδειγμα συμφωνία με τους ιδιοκτήτες για συγκράτηση στα σημερινά επίπεδα των τιμών. Ένα άλλο είναι να παρέχουμε στους φοιτητές αν όχι δωρεάν, πολύ χαμηλού κόστους μετακίνηση με την τοπική συγκοινωνία, ή την παροχή τηλεθερμανσης σε τιμή κόστους. Ένα τρίπο είναι να βελτιώσουμε τις υποδομές αθλητισμού και πολιτισμού, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής.
Εν κατακλείδι: οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες θα αποτελέσουν στο μέλλον πολύ σημαντικό κομμάτι της οικονομικής δραστηριότητα ςτης περιοχής. Έχουν μπει οι βάσεις σε αυτλην την κατεύθυνση από την προηγούμενη κυβέρνηση και με τη στήριξης της τοπικής κοινωνίας – τώρα χρειάζεται μία ενεργοποίηση για την αναβάθμιση της ποιότητας και για την προβολή της περιοχής ως εκπαιδευτικού προορισμού με αντίστοιχα ορατά πλεονεκτήματα.
*Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών