Η ημερίδα που οργανώθηκε από το ΤΕΕ/ΤΔΜ στην Κοζάνη για την αξιοποίηση της ιπτάμενης τέφρας πριν από μία περίπου εβδομάδα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ήταν μία από τις λίγες φορές που η συζήτηση που γίνεται εδώ και χρόνια για την ανάγκη να αναπτυχθούν οικονομικές δραστηριότητες γύρω από την ΔΕΗ περνά από το γενικό στο συγκεκριμένο. Ήταν επίσης ένα παράδειγμα διαδικασίας κοινωνικής διαβούλευσης από έναν φορέα – το ΤΕΕ – ο οποίος προετοίμασε και έφερε στην τοπική κοινωνία μία συγκροτημένη πρόταση και ένα Σχέδιο Εθνικών Προδιαγραφών για την ιπτάμενη τέφρα με προφανή χαρακτηριστικά οικονομικής και κοινωνικής ωφέλειας.
Από τις παρουσιάσεις της ημερίδας προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπό τις κατάλληλες συνθήκες η ιπτάμενη τέφρα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό – και οικονομικά αξιοποιήσιμο – εναλλακτικό πόρο στη τσιμεντοβιομηχανία και κατά συνέπεια να χρησιμοποιηθεί σε ένα ευρύτατο φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων γύρω από τις κατασκευές.
Μία τέτοια χρήση έχει πολλά οφέλη. Καταρχάς περιβαλλοντικά: η ιπτάμενη τέφρα αποκτά αξία, άρα δεν θάβεται πλέον, και ερχόμαστε έτσι πιο κοντά σε μία λογική αειφόρου ανάπτυξης όπου τα εξωτερικά κόστη από μία οικονομική δραστηριότητα – την παραγωγή ενέργειας – ενσωματώνονται στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής. Κατά δεύτερο λόγο οφέλη απασχόλησης: η αξιοποίηση της ιπτάμενη τέφρας οδηγεί σε δημιουργία θέσεων εργασίας στην περιοχή μας.
Το βασικό εμπόδιο σε μία παρόμοια αξιοποίηση είναι η έλλειψη θεσμοθέτησης προδιαγραφών για το συγκεκριμένο υλικό από την πολιτεία και από την ΕΕ. Χωρίς προδιαγραφές δεν υπάρχει και κίνητρο για οικονομική αξιοποίηση. Άρα βήμα πρώτον: η θεσμοθέτηση προδιαγραφών στη βάση του Σχεδίου Εθνικών Προδιαγραφών από τους αρμόδιους φορείς στην Ελλάδα. Για να γίνει αυτή πρέπει κάποιος να την ζητήσει. Ο προφανής υποψήφιος είναι ο ιδιοκτήτης της τέφρας, η ΔΕΗ. Εναλλακτικά, και εάν η ΔΕΗ ολιγωρήσει, οι τοπικοί φορείς – το ΤΕΕ ή η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση – θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτή τη διαδικασία για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Η ΔΕΗ όμως έχει συμφέρον και υποχρέωση να προχωρήσει σε αυτήν την κατεύθυνση. Υποχρέωση γιατί το χρωστά στην τοπική κοινωνία η οποία είναι αποδέκτης σημαντικής ρύπανσης τόσο από τα ορυχεία όσο και από τους σταθμούς της ΔΕΗ. Συμφέρον όχι μόνο γιατί υπάρχει οικονομικό αντικείμενο στην ιπτάμενη τέφρα, αλλά και γιατί αργά ή γρήγορα – μάλλον δε γρήγορα – η επιχείρηση θα βρεθεί απέναντι στην ανάγκη να απαντήσει στην ΕΕ για τη βελτίωση του τρόπου διαχείρισης των αποβλήτων – επικίνδυνων ή μη – από τη διαδικασία παραγωγής ενέργειας.
Δεύτερο ζήτημα – αφότου εξασφαλιστεί η θεσμοθέτηση προδιαγραφών – είναι η αξιοποίηση. Εδώ υπάρχουν δύο δυνατά σενάρια. Το πρώτο προκρίνει ένα μικτό επιχειρηματικό σχήμα – με τη ΔΕΗ, την Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και την τσιμεντοβιομηχανία σε έναν φορέα που εκμεταλλεύεται την επεξεργασία και εμπορία του υλικού. Τα πλεονεκτήματα είναι η εμπλοκή όλων: του ιδιοκτήτη της ιπτάμενης τέφρας, των ιδιωτών με το μεγαλύτερο συμφέρον οικονομικής αξιοποίησης, της τοπικής κοινωνίας. Μειονέκτημα είναι η δυσκινησία που παρόμοια σχήματα συχνά έχουν.
Το εναλλακτικό σενάριο προκρίνει τη ΔΕΗ να δημοπρατεί – μετά τη θεσμοθέτηση των προδιαγραφών – το υπάρχον συγκρότημα άλεσης και επεγεργασίας της ιπτάμενης τέφρας που βρίσκεται στον περίβολο του ΑΗΣ Πτολεμαϊδας όσο και τη δυνατότητα χρήσης της τέφρας αναζητώντας ιδιωτικό ενδιαφέρον, και χωρίς να εμπλέκεται η ίδια στην περαιτέρω επεξεργασία και εμπορία. Είναι μία «καθαρή» λύση, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει πράγματι ενδιαφέρον από ιδιώτες επιχειρηματίες και θα ξεπεραστούν και τα όποια διαδικαστικά προβλήματα.
Η επιλογή δεν είναι προφανής και χρειάζεται προσεκτική μελέτη και διερεύνηση των προθέσεων κάθε πλευράς. Σε κάθε περίπτωση, η πολύτιμη δουλειά που έκανε το ΤΕΕ ανοίγει πλέον το δρόμο για τα επόμενα βήματα ώστε το παραπροϊόν αυτό της διαδικασίας παραγωγής ενέργειας να αποκτήσει θεσμοθετημένες προδιαγραφές και να αποτελέσει στη συνέχεια αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης με οφέλη για όλη την περιοχή. Ας δουλέψουμε σε αυτήν την κατεύθυνση.