Στον τρίτο χρόνο της δημοσιονομικής επιτήρησης, η κυβέρνηση ελπίζει πως τον Ιούνιο το Ecofin θα δώσει το πράσινο φως για την πολυπόθητη έξοδο, σε μία εποχή που τα καλά νέα γι αυτήν σπανίζουν. Έτσι θα μπορέσει να διακηρύξει πως – «επιτέλους» – τα οικονομικά της χώρας βρίσκονται στον ορθό δρόμο.
Η αλήθεια βέβαια είναι λίγο διαφορετική. Βρισκόμαστε σήμερα σε αυτό το σημείο εξαιτίας της θλιβερής ιστορίας της απογραφής, τα κίνητρα της οποίας είχαν φανεί από νωρίς: απαξίωση της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, εύρεση ενός βολικού άλλοθι για να απεμποληθούν οι προεκλογικές υποσχέσεις, και δημιουργία ενός «στενάχωρου» δημοσιονομικού περιβάλλοντος που θα επέτρεπε στοχευμένες φοροαπαλλαγές στους λίγους και ισχυρούς και την εγκατάλειψη του κοινωνικού κράτους, υπέρ της ιδιωτικοποίησης κάθε δημόσιου αγαθού. Όλα στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και του εξορθολογισμού του κράτους.
Η συνέχεια είναι γνωστή: Η Ελλάδα μπήκε σε επιτήρηση, και ανέλαβε τη δέσμευση να μειώσει το έλλειμμα κάτω του 3%. Το έλλειμμα άρχισε πράγματι να πέφτει πριν απ΄ όλα εντελώς τεχνητά, με λογιστικά ¨τρικ¨. Αλλά επίσης, γιατί αυξήθηκε ο ΦΠΑ, μειώθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις, δόθηκαν μηδενικές πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, και πάγωσαν δαπάνες όπως αυτές για την εκπαίδευση ή την υγεία. Τη νύφη πλήρωσαν τα χαμηλά εισοδήματα, με τη μείωση του εισοδήματός τους, την αύξηση της φορολογίας, την εκτίναξη της ακρίβειας.
Αργά ή γρήγορα η Ελλάδα θα βγει από το καθεστώς της επιτήρησης, συμφωνημένη όπως φαίνεται με τον κ. Μπαρόζο. Το ερώτημα όμως είναι τι γίνεται την επόμενη μέρα.
Εδώ είναι χρήσιμο να κοιτάξουμε από την άλλη πλευρά της Μεσογείου, στην Πορτογαλία. Και εκεί μία συντηρητική κυβέρνηση (του κυρίου Μπαρόζο) «ανακάλυψε» κρυφά ελλείμματα με τη δική της απογραφή. Ως αποτέλεσμα, η Πορτογαλία μπήκε σε επιτήρηση το 2002. Η οικονομία κατέρρευσε, με πτώση του ΑΕΠ το 2003, και έχει εξαιρετικά αναιμική ανάπτυξη από τότε. Ο κ. Μπαρόζο δραπέτευσε εγκαίρως στη θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και η συντηρητική κυβέρνηση πλήρωσε το τίμημα των επιλογών της χάνοντας τις εκλογές. Από τότε, ο νέος πρωθυπουργός κ. Σόκρατες επιχειρεί με μεγάλες δυσκολίες να ανορθώσει την οικονομία.
Θα επαναληφθεί στη χώρα μας το φαινόμενο της Πορτογαλίας; Η Ελλάδα ευτυχώς δεν είχε ακόμα αντίστοιχη κατάρρευση του ΑΕΠ. Η δυναμική της ανάπτυξης της 8ετίας 1996-2004 ήταν πολύ ισχυρή για να ανακοπεί πλήρως από την απογραφή και τις πολιτικές που την ακολούθησαν. Όμως η σημερινή «ανάπτυξη με δανεικά» έχει ημερομηνία λήξης. Τα νοικοκυριά βυθίζονται όλο και περισσότερο στα χρέη, η υποχρηματοδότηση κρίσιμων για την ανάπτυξη και τη συνοχή τομέων συσσωρεύει προβλήματα, και η σκόπιμη επιλογή και αδυναμία της σημερινής κυβέρνησης να ανοίξει μία πραγματική ατζέντα οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων υπονομεύει το μέλλον.
Πέρα λοιπόν από τα όποια κίνητρα, αυτή είναι η πιο σκληρή αλλά και αληθινή κριτική για την απογραφή: η κυβέρνηση δαπάνησε πολύτιμο χρόνο για να πετύχει μικροπολιτικούς στόχους μέσω της οικονομίας και εφευρίσκοντας εχθρούς αντί να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα. Δεν έκανε πραγματική δημοσιονομική εξυγίανση, προτιμώντας να κόψει από τα εύκολα. Δεν έκανε μία αναδιάρθρωση προτεραιοτήτων στον προϋπολογισμό. Ούτε χρησιμοποίησε το «μαξιλάρι» που της προσέφερε η ισχυρή ανάπτυξη που κληρονόμησε και όσα δημοσιονομικά περιθώρια υπήρχαν για να προωθήσει αλλαγές που θα ανανέωναν το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. Και βέβαια τα σημερινά αδιέξοδα θα πολλαπλασιάζονται ακόμα περισσότερο στο μέλλον με τη συνέχιση αυτής της πολιτικής της ΝΔ.
Η διαφορετική πορεία της οικονομίας προς μια κοινωνία ανάπτυξης και συνοχής, αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα για το ΠΑΣΟΚ για την επόμενη ημέρα των εκλογών.
*Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος του Εθνικου Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 24/4/2007