Η Ελλάδα πλήττεται και αυτή από τη διεθνή οικονομική κρίση. Όμως υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στη διεθνή και την εγχώρια εκδοχή της κρίσης. Πρώτον, είμαστε μια χώρα με περιορισμένη παρουσία πολυεθνικών εταιρειών και εξίσου περιορισμένες είναι και οι εξαγωγές μας. Κατά συνέπεια, η πτώση της διεθνούς ζήτησης επηρεάζει λιγότερο την εγχώρια παραγωγή. Δεύτερον, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ως πιο παραδοσιακό από αυτό άλλων χωρών, εκτέθηκε σε μικρό βαθμό στα «τοξικά» χρηματοοικονομικά προϊόντα που αποτέλεσαν τον καταλύτη για την εκδήλωση της κρίσης.
Γι αυτούς τους δύο βασικούς λόγους, οι συνέπειες της διεθνούς κρίσης είναι μέχρι σήμερα πιο ήπιες στη χώρα μας. Το μεγάλο πρόβλημα με την ελληνική οικονομία αντίθετα είναι το ότι είχαμε μπει σε τροχιά εγχώριας κρίσης πριν την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης.
Όλοι οι δείκτες της οικονομίας επιδεινώνονται τα τελευταία χρόνια. Η ανταγωνιστικότητα βρίσκεται σε ραγδαία πτώση με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται συνεχώς και την Ελλάδα να χάνει θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις. Η δημοσιονομική κατάσταση είναι εκτός ελέγχου με τη χώρα μας να παραβιάζει συνεχώς το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ο ρυθμός ανάπτυξης φθίνει ενώ επιβραδύνθηκε ανησυχητικά η διαδικασία σύγκλισης του εθνικού εισοδήματος προς τον μέσο όρο της ΕΕ.
Κατά συνέπεια και εκ του αποτελέσματος, κάτι λάθος κάναμε ως χώρα τα προηγούμενα χρόνια, όσο και αν επιχειρεί η κυβέρνηση να κρύψει το αποτέλεσμα εσφαλμένων επιλογών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής κάτω από το χαλί της διεθνούς κρίσης.
Όπως διαπιστώθηκε και από την ΕΕ, η Ελλάδα δεν έχει σήμερα σχέδιο στήριξης της οικονομίας της για την αντιμετώπιση της κρίσης, όπως οι άλλες χώρες, αλλά ασχολείται με περιστολή δαπανών -μάλιστα με πρόχειρο και ατελέσφορο τρόπο. Την ώρα που όλες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν επεκτατικές πολιτικές για την στήριξη της δραστηριότητας, στη χώρα μας ασκείται πιο περιοριστική πολιτική με αύξηση φόρων και μείωση των δημοσίων επενδύσεων. Αυτή η πολιτική δεν μπορεί παρά να εντείνει και παρατείνει την κρίση.
Πως θα βγούμε από την κρίση; Ο δρόμος περνά από την κατανόηση των χαρακτηριστικών της πολλαπλής εγχώριας οικονομικής κρίσης. Αυτά είναι τρία: μία κρίση εισοδημάτων και ρευστότητας, μία δημοσιονομική κρίση, και μία κρίση του παραγωγικού προτύπου.
Πρώτον, έχουμε μία κρίση εισοδημάτων και ρευστότητας. Και για να αντιμετωπιστεί, το κράτος οφείλει να στηρίξει τη ζήτηση και τη ρευστότητα στην αγορά. Η στήριξη του εισοδήματος των ασθενέστερων στρωμάτων και της μεσαίας τάξης δεν αποτελεί μόνο επιλογή κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι ο μόνος τρόπος για να περιορίσουμε την οικονομική ανασφάλεια και να αναχαιτίσουμε την πτώση της κατανάλωσης αλλά και των επενδύσεων.
Οι λύσεις είναι σαφείς. Πρέπει να λάβουμε στοχευμένα μέτρα στήριξης του εισοδήματος των ασθενέστερων. Να ενισχύσουμε τις δημόσιες επενδύσεις, αξιοποιώντας τους πόρους του ΕΣΠΑ 2007-2013 όπου το «μηδέν» που αναγράφεται στο κοντέρ σχεδόν 2,5 χρόνια μετά την επίσημη έναρξη αποτελεί βαρύτατο ατόπημα. Να λάβουμε μέτρα εξασφάλισης της ρευστότητας στην αγορά βάζοντας τέλος στη στήριξη στο τραπεζικό σύστημα άνευ ουσιαστικών ανταλλαγμάτων. Πρέπει τέλος να λάβουμε δραστικά μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας στην κατεύθυνση της αντιμέτωπης των εναρμονισμένων πρακτικών, της συχνά προκλητικής κερδοσκοπίας και των ολιγοπωλιακών καταστάσεων.
Δεύτερον, έχουμε σήμερα μία δημοσιονομική κρίση. Για τους δύσπιστους, αρκεί το εξής στοιχείο: από το 2000 έως το 2004, το χρέος της χώρας ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε μειωθεί περισσότερο από όσο την περίοδο 2004-2008. Μόνο που όλοι γνωρίζουμε πως την περίοδο 2000-2004 η Ελλάδα ετοίμαζε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κατασκευαστήκαν πρωτόγνωρες υποδομές, ενώ παράλληλα είχαν ληφθεί μέτρα γενναίων φορολογικών απαλλαγών για τους πολλούς (αύξηση αφορολογήτου ορίου). Αντίθετα τα τελευταία χρόνια, μειώθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις και αυξήθηκε κατακόρυφα η φορολογία για τους πολλούς.
Πως συνέβη αυτό; Η εξήγηση είναι απλή. Αυξήθηκε η σπατάλη και η κακοδιαχείριση (βλ. νοσοκομεία 5 δις €), το δημόσιο απώλεσε σημαντικά έσοδα από την έξαρση της φοροδιαφυγής και την αποδιάρθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών, ενώ εφαρμόστηκε συνειδητά μια πολιτική μείωσης των φορολογικών βαρών στους έχοντες και κατέχοντες (μείωση φορολογίας ΑΕ, κατάργηση φόρου κληρονομιάς, κατάργηση ΦΜΑΠ).
Απαιτείται λοιπόν η αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας των φορολογικών αρχών, περισσότερη φορολογική δικαιοσύνη με τη φορολόγηση του πλούτου εκεί που υπάρχει, δραστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με αξιοποίηση της πιο σύγχρονης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, μέτρα ριζικής βελτίωσης της διαφάνειας των πράξεων του κράτους, μια νέα πολιτική δημοσιονομικής διαχείρισης με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και στη μέτρησή της και την εισαγωγή προγραμματικών προϋπολογισμών. Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι ακατόρθωτο. Βούληση και σχέδιο χρειάζεται.
Τέλος, είναι σαφές πως η χώρα μας οφείλει να αλλάξει παραγωγικό πρότυπο. Η ραγδαία πτώση της ανταγωνιστικότητας και η αδυναμία μας να συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε πολιτικές που πλήττουν στο διηνεκές το περιβάλλον που κληρονομήσαμε, μας οδηγούν στην ανάγκη μιας μεγάλης στροφής στην «πράσινη ανάπτυξη». Η πράσινη ανάπτυξη δεν είναι μια φούσκα ούτε μια εφήμερη μόδα. Είναι μια παγκόσμια πρόκληση και επιταγή.
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μια χώρα με τα δικά μας χαρακτηριστικά από το να επιχειρήσει να αναπτύξει μια νέα οικονομία που βασίζεται στο σεβασμό του περιβάλλοντος και της ιστορικής και φυσικής κληρονομιάς, προωθεί την καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες, την παραγωγή υπηρεσιών και προϊόντων υψηλής ποιότητας. Μόνο έτσι θα ανακτήσουμε τη χαμένη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας, θα προωθήσουμε επενδύσεις και θα δημιουργήσουμε νέες βιώσιμες θέσεις εργασίας.
Τώρα πάνω στην κρίση είναι που πρέπει να ξεκινήσουν οι μεγάλες αλλαγές.
* Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι εκπρόσωπος τύπου και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Το κείμενο αυτό είναι μέρος της εισήγησής του στη συζήτηση για τη διεθνή κρίση σε πρόσφατο συνέδριο με συμμετοχή του νομπελίστα οικονομολόγου Πωλ Κρούγκμαν.