Η δημοσιοποίηση πριν μερικές ημέρες της ετήσιας μελέτης του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων (CER – The Lisbon Scorecard 2007) ήρθε να μας θυμίσει τι σημαίνει πραγματικά ο όρος «μεταρρυθμίσεις». Δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν σε κάθε οικονομία ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Να γίνει πιο δυναμική, πιο παραγωγική, πιο καινοτόμα, δημιουργώντας περισσότερες και καλύτερες δουλειές για τους πολίτες της, επενδύοντας στον μέλλον των παιδιών τους, διαφυλάσσοντας τη συνοχή στην κοινωνία, προστατεύοντας το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής της.
Και η Ελλάδα; Η Ελλάδα το χρόνο που μας πέρασε κατρακύλησε στην 22η θέση στην Ευρωπαϊκή κατάταξη από τη 17η το 2005. Την ξεπερνούν όχι μόνο όλες ανεξαιρέτως οι «παλιές» χώρες της ΕΕ, αλλά και η Σλοβενία, η Κύπρος, η Εστονία, η Λεττονία. Πίσω της είναι μόνο η Σλοβακία, η Μάλτα, η Πολωνία, και οι δύο νέες χώρες στην ΕΕ των 27, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Και αυτό παρά το κύμα «μεταρρυθμίσεων» της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που σάρωσε τη χώρα μας το 2006.
Στις επιμέρους κατηγορίες που συνθέτουν αυτό που έχει ονομαστεί «στρατηγική μεταρρυθμίσεων της Λισσαβόνας» η Ελλάδα έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη. Στην προώθηση της Κοινωνίας της Πληροφορίας, στην ενθάρρυνση της έρευνας, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για δημιουργία νέων επιχειρήσεων, στη μείωση του ρυθμιστικού βάρους στην αγορά, στη βελτίωση της ικανότητας ένταξης ατόμων στην αγορά εργασίας, στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού από το σχολείο ως τη δια βίου μάθηση, η χώρα μας κατατάσσεται κάθε φορά στους τρεις «κακούς» της παρέας.
Εδώ όμως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα. Εδώ ζούμε σε μία χώρα της οποίας η κυβέρνηση «προωθεί» την Κοινωνία της Πληροφορίας με τον τηλεπικοινωνιακό νόμο ανενεργό γιατί δεν έχουν εκδοθεί τα Προεδρικά Διατάγματα, με το ρυθμιστή – την ΕΕΤΤ – να έχει χάσει τον ανεξάρτητο ρόλο του, και τις δικτυακές υποδομές του ΟΤΕ έτοιμες να περάσουν σε ένα ιδιωτικό μονοπώλιο. Μία κυβέρνηση η οποία αντιλαμβάνεται ως μεταρρύθμιση στην έρευνα την καθήλωση των πόρων και την παντελή απουσία της έρευνας από το νέο νόμο–πλαίσιο για τα πανεπιστήμια.
Εδώ έχουμε μία κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται ως πολιτική επιχειρηματικότητας τη χαριστική μείωση της φορολογίας στα μερίσματα που δίνει δώρο 1.5 δις στους μετόχους των 200 μεγαλύτερων επιχειρήσεων, που κάνει επιλεκτικές επιχορηγήσεις σε «φίλους» επιχιερηματίες και κατά τα άλλα δυσχεραίνει αντί να βελτιώνει τις συνθήκες έναρξης νέων επιχιερηματικών δραστηριοτήτων. Μία κυβέρνηση που «παίζει» με τα ποσοστά ανεργίας αλλά περιορίζει τις μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της απασχόλησης στη μείωση του κόστους των υπερωριών.
Και βέβαια εδώ έχουμε μία κυβέρνηση που τρία χρόνια τώρα μειώνει σταθερά τις δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά θεωρεί μείζον ζήτημα για το πανεπιστήμιο το εάν θα χρειάζεται ομοφωνία ή απλή πλειοψηφία για να αρθεί το πανεπιστημιακό άσυλο.