Όπως κάθε χρόνο, το Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ θα συζητήσει στις 23 και 24 Μαρτίου την πρόοδο στη «Στρατηγική της Λισσαβώνας» (ΣτΛ). Έξι χρόνια μετά την υιοθέτησή του, και παρά το γεγονός ότι έχει σημειωθεί πρόοδος, είναι σαφές πως συνολικά η Ευρώπη δεν βρίσκεται πιο κοντά στην επίτευξη των στόχων που τέθηκαν το 2000, δηλαδή «να γίνει η πιο ανταγωνιστική βασισμένη στη γνώση οικονομία στον κόσμο, δημιουργώντας παράλληλα νέες θέσεις εργασίας και εμβαθύνοντας την κοινωνική συνοχή».
Τι έφταιξε γι’αυτό; Καταρχάς ως πολιτικό project, η Λισσαβώνα δεν έγινε κτήμα και μέρος της πολιτικής ατζέντας στις χώρες. Οι κυβερνήσεις, ακόμα και οι σοσιαλδημοκρατικές που δημιούργησαν τη Λισσαβώνα, το αντιμετώπισαν ως μία τεχνοκρατική διαδικασία παρακολούθησης δεικτών, και δεν επιχείρησαν να το μεταφράσουν σε όρους πολιτικούς, εμπλέκοντας τους κοινωνικούς εταίρους, και την κοινωνία ευρύτερα.
Σημαντικά προβλήματα υπήρξαν και στην υλοποίηση. Η παρακολούθηση της προόδου της ΣτΛ στηρίχθηκε στη «μέθοδο ανοιχτού συντονισμού», μία χαλαρή διαδικασία σύγκρισης επιδόσεων, με αποτέλεσμα να «μπατάρει» συστηματικά προς τις πολιτικές για τις οποίες υπάρχουν «καταναγκαστικοί» μηχανισμοί, όπως η δημοσιονομική πολιτική ή η ενιαία αγορά. Κεντρικά θέματα της ΣτΛ όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση ή το περιβάλλον, για τα οποία υπάρχει επικουρικότητα, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Παράλληλα, ενώ κρίσιμες πολιτικές για τη ΣτΛ (έρευνα, κατάρτιση, συνοχή) χρήζουν πόρων, δεν υπήρχε αρχικά πρόβλεψη σύνδεσης των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ με τους στόχους της ΣτΛ. Συνεπώς δεν υπήρχε ούτε «μαστίγιο» ούτε και «καρότο».
Η αναθεώρηση της ΣτΛ το 2004 επιχείρησε να καλύψει ένα μέρος αυτών των αδυναμιών. Αποφασίστηκε να συντάσσεται σε κάθε χώρα ένα ετήσιο «Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων», και στον Κοινοτικό προϋπολογισμό και τα Διαρθρωτικά Ταμεία να ενισχυθούν οι επενδύσεις στις προτεραιότητες που θέτει η ΣτΛ. Το φετινό δε Συμβούλιο Κορυφής επιχειρεί να δώσει νέα ώθηση στη ΣτΛ επικεντρώνοντας σε ορισμένες κρίσιμες προτεραιότητες: επένδυση στην εκπαίδευση και την έρευνα, στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διευκόλυνση της πρόσβασης στην αγορά εργασίας, και ασφαλής ενεργειακός εφοδιασμός.
Και η Ελλάδα σε όλα αυτά; Η σημερινή κυβέρνηση επιχιερεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως «ουραγό» της ΕΕ στη ΣτΛ. Αυτό αδικεί τη χώρα μας, γιατί αγνοεί τόσο το διαφορετικό σημείο εκκίνησης όσο και τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί: ενώ η στατική εικόνα του επιπέδου των διαρθρωτικών δεικτών δείχνει μία σαφή υστέρηση στους περισσότερους τομείς (και ιδιαίτερα σε τομείς αιχμής όπως η έρευνα ή τα ποσοστά απασχόλησης), η εικόνα αλλάζει τελείως με την Ελλάδα να ηγείται στους ρυθμούς μεταβολής των δεικτών.
Πέρα όμως από τις στατιστικές, είναι σαφές ότι η ΣτΛ δεν έχει γίνει μέρος της πολιτικής καθημερινότητας. Η μόνη προσπάθεια να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχεδιασμό ήταν η «Χάρτα Σύγκλισης» το 2004, η οποία δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα «Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων», το οποίο μάλιστα προέτρεχε της αντίστοιχης κατεύθυνσης που έδωσε η ΕΕ! Σε σύγκριση, το «Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων» της σημερινής κυβέρνησης είναι ένα χλωμό και άνευρο κείμενο, από το οποίο απουσιάζουν τόσο η συγκεκριμένη στοχοθεσία, τα χρονοδιαγράμματα και οι μηχανισμοί υλοποίησης, όσο και ολόκληροι τομείς πολιτικής όπως αυτός της κοινωνικής πολιτικής.
Η ΣτΛ μεταφράζει σε επιχειρησιακούς στόχους τις πολιτικές για το μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας. Η δυσκολία αποδοχής της όμως πρέπει να προβληματίσει και να ωθήσει στην αναζήτηση του πολιτικού πλαισίου που θα ωθήσει στην κατεύθυνση της μεταρρύθμισης Αναγκαίο στοιχείο αυτού του πλαισίου είναι η κοινωνική συναίνεση για την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων. Χωρίς αυτή τη συναίνεση και τις κοινωνικές συμμαχίες που την στηρίζουν, το μεταρρυθμιστικό σχέδιο παραμένει ένα τεχνοκρατικό κείμενο και δεν μεταφράζεται σε πολιτική πράξη.
Για να πετύχει ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο πρέπει πρώτα να πείσει και στη συνέχεια να εμπνεύσει. Να ξεπεράσει τα στενά όρια των ποσοτικών στόχων και των χρονοδιαγραμμάτων - χωρίς τα οποία βέβαια αποτελεί απλώς μία φλύαρη γενικόλογη και κενού περιεχομένου διακήρυξη - και να τα συνδέσει με τις προσδοκίες των πολιτών. Να μη δώσει μόνο «σάρκα και οστά» στο όραμα μία καλύτερης κοινωνίας αλλά να καταφέρει και να περιγράψει αυτήν την κοινωνία πειστικά.
* Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι οικονομολόγος, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ και του ΔΣ του ΙΣΤΑΜΕ. Στη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας της ΕΕ ήταν συντονιστής για τη στρατηγική της Λισσαβώνας.