Από το 2004, η ανάπτυξη στη χώρα μας έχει επιβραδυνθεί, και η διαφορά που είχαμε από το 1996 με το μέσο όρο της ΕΕ έχει συρρικνωθεί – στη μία μόλις μονάδα φέτος, από 3,6 μονάδες το 2003.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ότι η ανάπτυξη δεν στηρίζεται πια στις επιχειρηματικές και τις δημόσιες επενδύσεις, αλλά στην κατανάλωση και τη συγκυριακή έξαρση της οικοδομικής δραστηριότητας λόγω των εκφοβιστικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση (ΦΠΑ ακινήτων, αυξήσεις αντικειμενικών αξιών). Είναι χαρακτηριστικό πως το 2006, το 38% της αύξησης του ΑΕΠ προήλθε από την κατοικία, έναντι 8% το διάστημα 2001-2003.
Καθοριστικό ρόλο στην ποσοτική και ποιοτική μεταβολή της αναπτυξιακής δυναμικής έπαιξε η μείωση των Δημοσίων επενδύσεων και η καθυστέρηση υλοποίησης του Γ’ ΚΠΣ που μετά την «απογραφή», ήταν τα βασικά θύματα της περιοριστικής πολιτικής της ΝΔ για να εξέλθει η χώρα από την επιτήρηση.
Ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ σε προ του 1997 επίπεδα, και το 2008 προβλέπεται περαιτέρω μείωση στο 4,1% του ΑΕΠ. Το ποσοστό απορρόφησης του Γ’ ΚΠΣ είναι σήμερα κάτω από το 70%, ενώ απομένουν 15 μήνες μέχρι τη λήξη του. H Ελλάδα κατρακύλησε το 2005 στην τελευταία θέση της ΕΕ των 15 όσον αφορά το βαθμό απορρόφησης των κοινοτικών πόρων.
Μόνο μια γενναία απόφαση της ΕΕ για τη χορήγηση παράτασης στο ελληνικό ΚΠΣ με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού θα μπορούσε να περιορίσει τις σημαντικές απώλειες κοινοτικών πόρων που διαφαίνονται στον ορίζοντα.
Επιπρόσθετα, το ποσοστό απορρόφησης είναι σε επίπλαστο διότι επιτεύχθηκε και τεχνητά, με μείωση του προϋπολογισμού του ΚΠΣ κατά 1,6 δις € στα τέλη του 2006 και την εκτεταμένη πρακτική της «χρέωσης» στο ΚΠΣ τελειωμένων έργων που είχαν χρηματοδοτηθεί από εθνικούς πόρους. Οι μέθοδοι αυτές οδήγησαν σε αύξηση της απορρόφησης, αλλά δεν είχαν κανένα αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτέλεσμα.
Θα ξαναβρούν σήμερα οι Δημόσιες επενδύσεις τη θέση που είχαν στην αναπτυξιακή δυναμική; Μάλλον όχι. Όχι μόνο διότι στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2008 προβλέπεται περαιτέρω μικρή συρρίκνωσή τους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αλλά κυρίως διότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις σε μεσοπρόθεσμη βάση.
Αφενός, η χώρα μας είναι δέσμια του αποτυχημένου αποτελέσματος της διαπραγμάτευσης για τους κοινοτικούς πόρους την περίοδο 2007-2013, που είχε ως αποτέλεσμα μια συνολική μείωσή τους κατά 26% (20 δις € έναντι 27 δις € σε τιμές 2004).
Αφετέρου δε, το σχέδιο νόμου «Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007-2013» που συζητείται τις μέρες αυτές στο Κοινοβούλιο δεν γεννά καμία αισιοδοξία πως το -έστω περιορισμένο- αυτό ποσό θα αξιοποιηθεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η Βουλή καλείται να εξετάσει ένα σχέδιο νόμου συνολικά 41 σελίδων το οποίο υποτίθεται πως απλοποιεί τον υφιστάμενο νόμο ο οποίος αριθμεί μόλις 12 σελίδες (Νόμος 2860/2000). Από αυτό και μόνο είναι σαφές πως η διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων θα περιπλακεί περαιτέρω αντί να απλοποιηθεί.
Παρά την ύπαρξη ορισμένων θετικών ρυθμίσεων, το σχέδιο νόμου αποτελεί πραγματικό λαβύρινθο με πλήθος νέων φορέων και ανωνύμων εταιρειών που συστήνονται χωρίς προφανή αιτία, για την υλοποίηση ενός κατά 26% μικρότερου αναπτυξιακού προγράμματος.
Το πνεύμα του νομοσχεδίου παραπέμπει σε παλινόρθωση ξεπερασμένων συγκεντρωτικών νοοτροπιών της εποχής του «Υπουργείο Συντονισμού», με χαρακτηριστική περίπτωση την ανάληψη για πρώτη φορά από το Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών της ευθύνης της διαχείρισης των Περιφερειακών Προγραμμάτων και την υποβάθμιση των Περιφερειών σε «ενδιάμεσες διαχειριστικές αρχές».
Η σπατάλη πόρων αποτελεί άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό του σχεδίου νόμου. Όχι μόνο δεν καταργούνται οι υπηρεσίες που ήταν υπεύθυνες για προγράμματα που δεν υπάρχουν πια, αλλά προβλέπεται συνολικά η σύσταση 14 τουλάχιστον νέων Α.Ε. και πλήθος άλλων νέων υπηρεσιών: δύο στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύο στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, μία στο ΥΠΕΧΩΔΕ, δύο στο Υπουργείο Εσωτερικών καθώς και μία Ειδική Γραμματεία στο ίδιο Υπουργείο. Σε αυτά πρέπει επίσης να προσθέσουμε τη σύσταση 7 τουλάχιστον επιτροπών και γραμματειών με συντονιστικές αρμοδιότητες…
Χαρακτηριστικό παράδειγμα σπατάλης αποτελεί η δημιουργία εταιρείας με την επωνυμία «Ψηφιακές Ενισχύσεις Α.Ε» για το πρόγραμμα «Ψηφιακή σύγκλιση», ενώ το ρόλο της θα μπορούσε κάλλιστα να αναλάβει η υφιστάμενη εταιρεία «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.».
Τέλος, στην αποξένωση των περιφερειακών και τοπικών φορέων και των κοινωνικών εταίρων από τον αναπτυξιακό προγραμματισμό συμβάλλουν αρνητικά και οι «Αναπτυξιακοί Οργανισμοί Περιφέρειας» που ψαλιδίζουν αρμοδιότητες των Περιφερειακών Συμβουλίων στη χάραξη της αναπτυξιακής πολιτικής σε Περιφερειακό επίπεδο.
Το μέλλον συνεπώς για τις δημόσιες επενδύσεις στη χώρα μας – και κατ’επέκταση και για την ανάπτυξη – δεν προδιαγράφεται λαμπρό.
* Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι Βουλευτής Ν. Κοζάνης, εισηγητής του ΠΑΣΟΚ στο σχέδιο νόμου «Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007-2013»
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 11/11/2007