Στις πρόσφατες ευρωεκλογές, καταγράφηκε ένα, εκ πρώτης όψεως, απροσδόκητο και παράδοξο φαινόμενο: την ώρα της κορύφωσης της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, υποχώρησαν στην ΕΕ σημαντικά οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της κεντροαριστεράς, που αμφισβητούσαν τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε αυτό το σύστημα, ενώ αύξησαν την επιρροή τους οι δυνάμεις της κεντροδεξιάς, στις πολιτικές των οποίων οφείλεται η κρίση! Ασφαλώς, η επικράτηση της κεντροδεξιάς στις πρόσφατες αυτές εκλογές, είναι ένα σύνθετο φαινόμενο με σημαντικές εθνικές ιδιαιτερότητες, που εξηγούν εν μέρει το αποτέλεσμα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Εργατικοί πλήρωσαν το κόστος της μακροχρόνιας παραμονής τους στην εξουσία, καθώς και τη μεγάλη ένταση της κρίσης στη χώρα, λόγω της βαρύτητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην εγχώρια οικονομία, αλλά και την έκθεσή του στους ίδιους κινδύνους που επέφεραν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ.
Στη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα πλήρωσε το κόστος των εσωτερικών διαιρέσεών του και της σύγχυσης που έχει προκαλέσει στην κοινή γνώμη η τακτική προσηλυτισμού στελεχών της κεντροαριστεράς, που εφάρμοσε ο Πρόεδρος Σαρκοζί. Επιπροσθέτως, η κάθοδος στις ευρωεκλογές συνδυασμού υπό το χαρισματικό Κον Μπεντίτ -που σχεδόν ισοψήφησε με το Σοσιαλιστικό Κόμμα- συνέβαλε στη διασπορά των ψήφων της κεντροαριστεράς και τελικά στην αποδυνάμωση της εκλογική επιρροής των σοσιαλιστών.
Στη Γερμανία, ο εγκλωβισμός στο Μεγάλο Συνασπισμό στέρησε από τη Γερμανική σοσιαλδημοκρατία τη δυνατότητα ενός διακριτού λόγου. Την ώρα της κρίσης και εν απουσία ευδιάκριτων διαφορών, οι Γερμανοί ψηφοφόροι προτίμησαν, μεταξύ δύο όμοιων φωνών, να στηρίξουν ευθέως την Καγκελάριο Μέρκελ, που έχει την ευθύνη της διεύθυνσης της χώρας και την πολιτική της οποίας επικροτεί, ούτως ή άλλως, σε μεγάλο βαθμό και το SPD.
Στην Ιταλία, η κεντροαριστερά βρίσκεται ακόμη σε σύγχυση και σε αδυναμία να βρει το δρόμο της, μετά την ανακατάληψη της εξουσίας από τον Μπερλουσκόνι, πριν από ένα χρόνο. Στην Ισπανία, οι μεγάλες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης στην ευάλωτη οικονομία της χώρας, επέφεραν φθορά στο κυβερνόν σοσιαλιστικό κόμμα, το οποίο ωστόσο διατήρησε σημαντικό μέρος της εκλογικής του δύναμης.
Στο τοπίο αυτό, η σημαντική άνοδος του ΠΑΣΟΚ και η καθαρή του επικράτηση επί της ΝΔ, σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών μετά την ήττα στις εθνικές εκλογές του 2007, συνιστά μία από τις πιο φωτεινές εξαιρέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πέραν των διαφορών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων, θα ήταν σφάλμα να παραγνωρίσουμε πως το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, καταγράφει μια γενικότερη τάση.
Το φαινόμενο καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν συγκρίνει κανείς τη συμπεριφορά του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος, με αυτή του αμερικανικού, στις περσινές εκλογές στις ΗΠΑ. Εκεί, σε αντίθεση με την θεωρούμενη παραδοσιακά πιο «κρατικίστικη» Ευρώπη, καταγράφηκε μια σαφής και μαζική απόρριψη της πολιτικής τής ασυδοσίας των αγορών, που οδήγησε στην κρίση. Φτάσαμε λοιπόν στο ιδιότυπο σημείο, οι πολίτες των ΗΠΑ, να μοιάζουν να αμφισβητούν πιο ανοιχτά την υφιστάμενη μορφή του καπιταλιστικού συστήματος και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, να υιοθετεί μια πολιτική πιο ενεργούς κρατικής παρέμβασης σε θέματα οικονομίας, απ’ ό,τι η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων! Υπάρχουν φυσικά ερμηνείες και για τις διαφορές αυτές.
Οι Αμερικανοί πολίτες, ήταν τα πρώτα θύματα μίας κρίσης με πολύ πιο έντονα χαρακτηριστικά, ενώ υπήρχαν ελάχιστα περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών για τα αίτια της κρίσης αυτής. Στην Ευρώπη, η κρίση μοιάζει και είναι σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενη, δημιουργώντας στους πολίτες την αίσθηση πως οφείλεται σε πέραν του Ατλαντικού υπερβολές, τις οποίες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -ακόμη και οι συντηρητικές- θα είχαν αποφύγει και αποτρέψει. Αξίζει να αναφέρουμε πρόσθετους παράγοντες που οδήγησαν στο «παράδοξο» των ευρωεκλογών του 2009. Σε αντίθεση με αυτό που πολλοί πιστεύουν, οι κρίσεις, οι έκτακτες συνθήκες, δημιουργούν συχνά φόβο και τάσεις αναδίπλωσης και συντηρητισμού.
Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αποτέλεσε άλλη μια διάψευση της πεποίθησης μέρους της αριστεράς, πως «η εξαθλίωση των μαζών» οδηγεί αυτόματα στη ριζοσπαστικοποίησή τους. Μπροστά σε μια κρίση που σάρωσε όλα τα οικονομικά δόγματα των τελευταίων δεκαετιών, αναδείχθηκε ανάγλυφα η αδυναμία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να προβάλει μια ενιαία, πειστική απάντηση στην κρίση και τα προβλήματα που αυτή προκάλεσε. Δεν υπήρξε πειστική προσπάθεια οργανωμένου αντιλόγου στην εικόνα των Ευρωπαίων ηγετών -συντηρητικών στη συντριπτική πλειοψηφία τους- που συσκέπτονται, συντονίζονται και λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά, δεν αντιλήφθηκε πως η προοδευτική απάντηση στην κρίση έπρεπε κατεξοχήν να διατυπωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δευτερευόντως σε εθνικό. Πλήρωσε παράλληλα μια στρεβλή αντίληψη της -κατά τα άλλα θετικής- κουλτούρας της συναίνεσης που έχει καλλιεργηθεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως απαραίτητο στοιχείο για την εύρυθμη λειτουργία της. Η στρεβλή αντίληψη εκδηλώνεται με μια διστακτικότητα απέναντι στην πρόκληση και με καθήκον να «ταράξει τα νερά» σε κορυφαία ζητήματα, χαράσσοντας σαφείς διαχωριστικές γραμμές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η χλιαρή τοποθέτηση του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος για την ανάγκη αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας -την οποία αναγνωρίζουν ακόμη και συντηρητικές κυβερνήσεις όπως η Γαλλική, ή για τη μη επανεκλογή του κ. Μπαρόζο στην Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και στα δύο αυτά θέματα, το ΠΑΣΟΚ έλαβε εξαρχής σαφή και καθαρή θέση, η οποία κάθε μέρα δικαιώνεται από τις εξελίξεις. Κατά συνέπεια, σε γενικές γραμμές, πήγαν καλύτερα εκείνα τα σοσιαλιστικά κόμματα -όπως το ΠΑΣΟΚ- που είχαν καθαρές διαχωριστικές γραμμές με τη συντήρηση και έναν καινοτόμο πολιτικό λόγο, κοντά στους πολίτες. Υπάρχει τέλος και μια άλλη παράμετρος που πρέπει να αναγνωρίσουμε και δεν πρέπει να υποτιμήσουμε. Η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά -με θλιβερή εξαίρεση τη χώρα μας- επέδειξε στις περισσότερες περιπτώσεις ευφυΐα και μεγάλη ευελιξία στην ανταπόκρισή της απέναντι στην κρίση, κάνοντας μια μεγάλη στροφή σε σχέση με τις πολιτικές που παραδοσιακά εφάρμοζε.
Παρέστησε, χωρίς κόμπλεξ, την ενοχλημένη από τις ακρότητες του φονταμενταλισμού των αγορών, υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό πολιτικές του σοσιαλδημοκρατικού οπλοστασίου. Είδαμε ξαφνικά συντηρητικούς πολιτικούς όπως ο κ. Σαρκοζί και η κ. Μέρκελ, να ξιφουλκούν κατά της ασυδοσίας των αγορών και της απληστίας των τραπεζών, να εγκαταλείπουν τις ιδιωτικοποιήσεις, να πρωτοστατούν σε πρωτοβουλίες ελέγχου και εποπτείας των αγορών, να υιοθετούν κεϊνσιανές δημοσιονομικές πολιτικές με θεαματική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, να λαμβάνουν μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, όπως π.χ. στη Γαλλία η αύξηση και η διεύρυνση των δικαιούχων του κατώτατου εγγυημένου εισοδήματος (RSA- Revenu de Solidarité Active, Εισόδημα Ενεργούς Αλληλεγγύης), με χρηματοδότηση από νέους φόρους επί των εισοδημάτων από κεφάλαιο… Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του κ. Σαρκοζί να προεδρεύει σε διάσκεψη με σλόγκαν «Ηθική – Ανάπτυξη – Ρύθμιση», μετά από δύο δεκαετίες εφαρμογής πολιτικών απορρύθμισης εκ μέρους των ευρωπαίων συντηρητικών!
Η τακτική αυτή της Ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, θόλωσε σε κάποιο βαθμό τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές δεξιάς-αριστεράς, που μέχρι τώρα οροθετούνταν με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια σε κρίσιμα θέματα, όπως η ελευθερία των αγορών και το κοινωνικό κράτος. Κατά συνέπεια, φτάσαμε στο παράδοξο σημείο, η σοσιαλδημοκρατία να ηττήθηκε ως κομματική έκφραση στις εκλογές αυτές, αλλά οι ιδέες της να είναι εδώ ολοζώντανες και να κυριαρχούν δικαιωμένες, ως παρακαταθήκη στο οικοδόμημα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου, που αναγνωρίζεται και υιοθετείται από τους πολιτικούς της αντιπάλους, έστω μερικά και αναγκαστικά, ή με ιδιοτελή κίνητρα πολιτικής επιβίωσης!
Η αντίστροφη πορεία του ΠΑΣΟΚ και των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, αυξάνει τη δική μας ευθύνη να συμβάλλουμε έτσι, ώστε οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές να έχουν πιο σαφή, διακριτό και συνεκτικό λόγο.
*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση», τεύχος Ιουλίου