Η διαμάχη για τη βάση εισαγωγής στα ΤΕΙ

Δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, 13 Ιουλίου, 2006

Πριν από 8 περίπου μήνες είχα γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Με άριστα το 10, το ΤΕΙ τι βαθμό παίρνει;». Στο άρθρο αυτό αναφερόμουν στο ρόλο που μπορεί και πρέπει να παίξει η μεταλυκειακή εκπαίδευση στην αναπτυξιακή διαδικασία στην περιοχή μας αλλά και στην πρόθεση της κυβέρνησης να θέσει το 10 ως όριο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επιχειρηματολογούσα ότι το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μία «προκρούστια λογική» αποκλεισμού αλλά πολιτικές που αναβαθμίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κυβέρνηση πράγματι προχώρησε στην κατεύθυνση να θέσει ως όριο το 10 (με κάποιες παραλλαγές για να γίνει πιο ελαστικό μπροστά στη γενική κατακραυγή). Έγινε σαφές πως με αυτήν την απόφαση πολλά ΤΕΙ στην περιφέρεια – μεταξύ των οποίων και το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας – θα δουν δραστική μείωση των εισερχομένων φοιτητών, με αρνητικές επιδράσεις και στις τοπικές οικονομίες. Αναπόφευκτα – και δίκαια – οι τοπικές κοινωνίες ξεσηκώθηκαν. Η ΚΕΔΚΕ, άλλοι τοπικοί φορείς, εκπαιδευτικοί, όλοι έκαναν σαφή την αντίθεσή τους στο μέτρο αυτό.

Παράλληλα, διαβάσαμε τις τελευταίες ημέρες μία σειρά από δηλώσεις και αναλύσεις που προσπαθούν να απαξιώσουν την αντίθεση στο όριο του 10 όπως προτίθεται να το εφαρμόσει η κυβέρνηση. Η κα. Γιαννάκου δήλωσε «δεν θα γίνουν τα ΤΕΙ στρατόπεδα για να τρέφουν την τοπική κοινωνία». Αθηναίοι αρθρογράφοι βιάστηκαν να μιλήσουν για «κάτι περίεργα TEI της επαρχίας» στα οποία οι φοιτητές γίνονται «πελατεία καταστηματαρχών».

Ας είμαστε ξακάθαροι: πίσω από αυτήν τη διαμάχη, κρύβονται ουσιαστικά διαφορετικές αντιλήψεις για το ρόλο της εκπαίδευσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Πριν όμως δούμε αυτές τις διαφορετικές αντιλήψεις, ας δούμε κάποια ιδιαίτερα διαφωτιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση στην Ελλάδα από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, όπως αυτά αποτυπώνονται σε πρόσφατη μελέτη του ΙΣΤΑΜΕ.

Στοιχείο πρώτο: Η Ελλάδα υστερεί ως προς την εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού της. Λιγότεροι από ένας στους πέντε Έλληνες στο συνολικό ενεργό πληθυσμό (ηλικίες 25-64) έχουν φθάσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι περισότεροι από ένας στους τέσσερις. Η υστέρηση αυτή υπάρχει και στις πιο νέες ηλικίες (25-34), όπου λιγότεροι από ένας στους τέσσερις έχουν φτάσει στην τριτιβάθμια εκπαίδευση, σε αντίθεση με έναν στους 3 περίπου στην ΕΕ.

Στοιχείο δεύτερο: Η Ελλάδα αποτελεί τη χώρα με τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες στο ανθρώπινο δυναμικό σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Οι δαπάνες αυτές στη χώρα μας είναι κάτω από το 4% του ΑΕΠ όταν σε χώρες όπως η Δανία και η Σουηδία υπερβαίνουν το 8% του ΑΕΠ. Η ανά μαθητή-φοιτητή δημόσια δαπάνη στην Ελλάδα μόλις ξεπερνά τα 4,000 Ευρώ, αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ που ξεπερνά τα 7,000 Ευρώ.

Στοιχείο τρίτο: Tα ελληνικά νοικοκυριά την τελευταία εικοσαετία έχουν διπλασιάσει το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνουν σε εκπαίδευση. Σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς μια οικογένεια με ετήσιο εισόδημα 60.000 € και με δύο παιδιά στη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση ξοδεύει τουλάχιστον το 20% του εισοδήματος της για εκπαίδευση, δηλαδή δαπανά σε μηνιαία βάση 1000€ για εκπαίδευση, εκτός της καθολικής συνεισφοράς της (μέσω φορολογίας) στη δημόσια εκπαίδευση.

Στοιχείο τέταρτο: Κύριο γνώρισμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία αποτέλεσε η σημαντική αύξηση των εισακτέων, από 200,000 το 1992 σε 600,000 σήμερα. Η χώρα μας δε την περίοδο 1995-2003 κατάφερε να συνδυάσει την αύξηση του αριθμού των φοιτητών και με αύξηση των δαπανών ανά φοιτητή. Η πορεία όμως αυτή διακόπηκε το 2004 με τη μείωση των δαπανών στην εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ, η οποία συνδυάζεται με σημαντική περικοπή κονδυλίων του ΠΔΕ και των ΟΤΑ, περικοπές οι οποίες κυρίως αφορούν λειτουργικές δαπάνες του εκπαιδευτικού συστήματος και αναμφίβολα συνιστούν υποβάθμιση του.

Στοιχείο πέμπτο: Όπως αποτυπώνεται και από τα στοιχεία των εισακτέων στα ΑΕΙ, η διαμονή σε αστικό κέντρο αποτελεί πλεονέκτημα για την εκπαίδευση του παιδιού (περισσότερες βιβλιοθήκες, πρόσβαση στις πληροφορίες και στο διαδίκτυο, ευρύτερα πνευματικά ερεθίσματα και ευκαιρίες για γνώση κλπ).

Άρα, για να συνοψίσουμε: Η Ελλάδα είναι πίσω από τις άλλες χώρες ως προς την εκπαίδευση των πολιτών της. Η Ελληνική οικογένεια αντιλαμβάνεται την αξία της εκπαίδευσης και ξοδεύει ανάλογα. Το κράτος όμως δεν αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του και υποχρηματοδοτεί την εκπαίδευση. Έγιναν σημαντικές προσπάθειες βελτίωσης τα τελευταία χρόνια, αλλά τώρα εδώ και δύο χρόνια πάλι πάμε προς τα πίσω. Και η Ελληνική περιφέρεια υστερεί σε υποδομές και ευκαιρίες για τα παιδιά της σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, και ιδίως την Αθήνα.

Στη σημερινή Ελληνική πραγματικότητα όπως αποτυπώνεται σε αυτά τα στοιχεία, διαμορφώνονται δύο ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η πρώτη αντίληψη ξεκινά από την παραδοχή ότι στην εποχή της γνώσης, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους τους νέους, χωρίς αποκλεισμούς. Ακριβώς όπως πριν πολλά χρόνια αποφασίσαμε συλλογικά ως κοινωνία πως όλα τα παιδιά πρέπει να βγάζουν το γυμνάσιο. Γιατί τα πανεπιστήμια σήμερα δεν είναι πλέον απρόσιτοι «ναοί της γνώσης» για λίγους – είναι μία προέκταση του λυκείου που ολοκληρώνει την εκπαίδευση του πολίτη.

Κάτι τέτοιο δε σημαίνει ισοπέδωση. Είναι προφανές πως η εισαγωγή σε ένα τριτοβάθμιο ίδρυμα πρέπει να προϋποθέτει κάποιες βασικές γνώσεις. Είναι επίσης προφανές πως κάποια πανεπιστήμια είναι καλύτερα από τα άλλα. Αυτό αποτυπώνεται στη δυσκολία εισαγωγής στις σχολές. Και βέβαια αυτές τις διαφορές ποιότητας η αγορά εργασίας τις γνωρίζει καλά και αποτιμά τα πτυχία ανάλογα. Όμως είναι χρέος της πολιτείας να επεκτείνει την τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όλη τη χώρα, να την αναβαθμίζει και να τη χρηματοδοτεί στο μέτρο των υψηλών φιλοδοξιών της να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος για την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Σε αυτήν τη λογική η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί και αναπόσπαστο στοιχείο της περιφερειακής ανάπτυξης και της πολιτικής κοινωνικής συνοχής. Άρα είναι τα τριτοβάθμια ιδρύματα στην περιφέρεια που πρέπει κατεξοχήν να ενισχυθούν και να αναβαθμιστούν. Αυτή ήταν και η πολιτική του ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια. Είναι μία επιτυχημένη πολιτική, ακόμα και αν πολλές φορές μικροκομματικές σκοπιμότητες δεν επέτρεψαν τη βέλτιστη κατανομή των ιδρυμάτων στην επικράτεια αλλά και ούτε τη σωστή χρηματοδότησή τους.

Η δεύτερη αντίληψη βλέπει το πανεπιστήμιο απλώς σαν μία διαδικασία παραγωγής μίας κοινωνικής και οικονομικής ελίτ. Δεν θέτει ως στόχο να μπορούν όσο το δυνατόν περισσότεροι νέοι να έχουν ποιοτική μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ούτε αποτελειί προτεραιότητα η σωστή χρηματοδότησή του δημοσίου πανεπιστημίου. Όσοι δεν καταφέρουν να μπουν στα δημόσια πανεπιστήμια και ΤΕΙ μπορούν πάντα να πληρώσουν και να πάνε στα αμφίβολης ποιότητας «κολλέγια». Και φυσικά δεν ενδιαφέρεται στο να κλείσει το ποιοτικό χάσμα ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια. Αυτή είναι η αντίληψη της σημερινής κυβέρνησης.

«Ήρθε η ώρα της περιφέρειας», μας είχε πει πομπωδώς ο κ. Καραμανλής. Τελικά αυτό μάλλον απειλή ήταν παρά υπόσχεση.

*Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ
Ο σχολιασμός είναι κλειστός προς το παρόν, αλλα μπορείτε να το επισημάνετε απο τον ιστοχώρο σας.
Το παρόν άρθρο ανήκει στις κατηγορίες Διάφορα και συνοδεύεται απο τις ετικέτες , , , , , , , .