Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Καλησπέρα. Ολοκληρώθηκε πριν λίγο η πρώτη συνάντηση της Ομάδας Εργασίας υπό τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Herman Van Rumpay. Είναι μια Ομάδα Εργασίας, η οποία – όπως ξέρετε – έχει δημιουργηθεί με εντολή των Ηγετών των Κρατών και Κυβερνήσεων, για να συζητήσει τα θεσμικά προβλήματα της Ευρωζώνης αλλά και της Ε.Ε., πέρα από την κρίση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα.
Στόχος της συζήτησης, που ξεκίνησε σήμερα και θα συνεχιστεί στους επόμενους μήνες, είναι να υπάρξει μια τελική πρόταση, που θα έλθει στους Ηγέτες των Κρατών και Κυβερνήσεων, τον Οκτώβριο, και μια έκθεση προόδου, λίγο νωρίτερα, τον Ιούνιο. Η συζήτηση βασίστηκε στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στην επιστολή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Herman Van Rumpay, που μας είχε σταλεί. Από τις 27 χώρες που συμμετείχαν, η Γερμανία έχει καταθέσει ένα κείμενο και όλες οι υπόλοιπες χώρες τοποθετήθηκαν για τις προτεραιότητές τους.
Η Ελλάδα τοποθετήθηκε κάνοντας λόγο για την ανάγκη να αντλήσουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα από την κρίση των τελευταίων μηνών. Συμπεράσματα που αφορούν, βεβαίως, και κάθε χώρα χωριστά, αλλά και την Ευρωζώνη στο σύνολό της. Συμπεράσματα που έχουν να κάνουν με την αναγκαιότητα της δημοσιονομικής προσαρμογής σε χώρες που έχουν υψηλά ελλείμματα και χρέη, όπως είναι η Ελλάδα, και των διαρθρωτικών αλλαγών που πρέπει να συνοδεύσουν αυτή την προσαρμογή. Αλλά και συμπεράσματα που δείχνουν στην κατεύθυνση ευρύτερων αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε.. Διότι είδαμε ότι εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας των αγορών, πολλές φορές γίνονται οι σωστές κινήσεις, αλλά παρόλα αυτά μια χώρα – όπως βρέθηκε η Ελλάδα σε μια τέτοια περίπτωση – δεν μπορεί να ξεφύγει από μια δύσκολη κατάσταση, εξαιτίας ακριβώς του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Επίσης, σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι φάνηκε ξεκάθαρα πως το πλέγμα των θεσμικών κατακτήσεων της Ε.Ε. ήταν ατελές και υπάρχει μεγάλη ανάγκη να συμπληρωθεί. Και η κρίση αυτή μπορεί να είναι ακριβώς η ευκαιρία, για να συμπληρωθεί το θεσμικό πλαίσιο και να μην αναγκαζόμαστε να σπεύδουμε να βρούμε λύσεις εκ των υστέρων στα προβλήματα που ανακύπτουν.
Στο πλαίσιο αυτό, εμείς τοποθετηθήκαμε για τρία ζητήματα. Το πρώτο είναι το θέμα της δημοσιονομικής προσαρμογής και του καλύτερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών. Εκεί, συνταχθήκαμε με το κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για πιο στενή παρακολούθηση των οικονομικών πολιτικών και των δημοσιονομικών προοπτικών σε διαφορετικές χώρες, με την ανάγκη να υπάρξουν δημοσιονομικοί κανόνες, οι οποίοι να αποτυπωθούν και νομοθετικά – και η Ελλάδα σκοπεύει να το κάνει αυτό τον Ιούνιο σε νομοσχέδιο που θα έλθει στη Βουλή – και την μεγαλύτερη ανάγκη εκ των προτέρων αξιολόγησης, έτσι ώστε να μην βρισκόμαστε προ εκπλήξεων. Χρειάζεται μεγαλύτερη έμφαση στο ζήτημα του χρέους και της εξέλιξής του, από ό,τι μέχρι τώρα. Φάνηκε ότι το χρέος και η εξέλιξή του, μέχρι τώρα, δεν είχαν την αναγκαία έμφαση, που θα έπρεπε στην αξιολόγηση των οικονομικών πολιτικών.
Μιλήσαμε και τοποθετηθήκαμε και για το ζήτημα των ποινών, διότι τίθεται ζήτημα από το κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Υπάρχουν, βεβαίως, ήδη, στο Σύμφωνο Σταθερότητας, όμως πρέπει να τις ξαναδούμε με ένα πνεύμα ρεαλισμού. Εκεί, διαφοροποιηθήκαμε ως προς πρόταση που κατατέθηκε στο γερμανικό κείμενο, σχετικά με μια λογική ελεγχόμενης πτώχευσης για κάποια χώρα της Ευρωζώνης, μια κατεύθυνση από την οποία διαφοροποιήθηκαν και πολλές άλλες χώρες στη συζήτηση. Θα ήταν μια κατεύθυνση που θα έδινε το εντελώς λάθος σήμα στις αγορές, ευνοώντας έτσι μια περαιτέρω κερδοσκοπία, ενώ το ζητούμενο είναι να προστατευτούν οι χώρες σήμερα, αρκεί να κάνουν τα σωστά βήματα που πρέπει να κάνουν.
Στη δική μας τοποθέτηση εξηγήσαμε ότι η Ελλάδα τοποθετείται σαφώς υπέρ κοινοτικών μεθόδων και κοινοτικών μηχανισμών, όπως για παράδειγμα, της πρότασης δημιουργίας ενός ευρωομόλογου, πάλι προοπτικά βεβαίως μέσα στον χρόνο. Είχαμε μια επιφύλαξη σχετικά με την ανάγκη να ανοίξει σήμερα μια συζήτηση αλλαγής της Συνθήκης, διότι πολλές από αυτές τις αλλαγές μπορούν να γίνουν στο πλαίσιο της, όπως είναι σήμερα. Μια συζήτηση για το αν χρειαζόμαστε μια νέα Συνθήκη, θα μπορούσε απλώς να αποπροσανατολίσει και να καθυστερήσει, παρά να λύσει προβλήματα. Και επίσης, δώσαμε έμφαση στην ανάγκη συζήτησης για την ποιότητα των δημοσίων οικονομικών και όχι απλώς για τα ύψη των ελλειμμάτων. Σε χώρες, όπως η Ελλάδα αλλά και άλλες, έχει σημασία από τι ακριβώς αποτελούνται τα ελλείμματα. Αν είναι ελλείμματα, που οφείλονται σε επενδύσεις για παράδειγμα ή σε καταναλωτικές δαπάνες. Αν είναι ελλείμματα που οφείλονται σε αμυντικές δαπάνες ή άλλες.
Δεύτερο ζήτημα το οποίο θέσαμε είναι το ζήτημα της ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, που για εμάς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συζήτησης αυτής της ομάδας συνεργασίας, που πρέπει να γίνει. Είναι σαφές ότι – και σε συνέχεια της κοινής επιστολής, που υπέγραψαν μαζί με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, ο Πρόεδρος της Γαλλίας, η Καγκελάριος της Γερμανίας και ο πρόεδρος του Eurogroup, σχετικά με την ανάγκη περαιτέρω κινήσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και καλύτερης ρύθμισης – είναι ανάγκη να κινηθούμε πολύ ταχύτερα στο ζήτημα αυτό και να αποτελέσει κομμάτι των προτάσεων που θα βγουν από αυτή την Ομάδα Εργασίας. Εδώ υπάρχει, – όπως ξέρετε – η απόφαση της Γερμανίας για την απαγόρευση των πωλήσεων των κινήσεων και αγοραπωλησιών στα λεγόμενα «naked CDS» και είναι μια κίνηση, η οποία είναι ενδιαφέρουσα και την οποία θα μπορούσε να τη δει κάποιος σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο και όχι μονάχα από την πλευρά της Γερμανίας.
Τρίτο ζήτημα ήταν τα θέματα της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Η συζήτηση για το νέο πλαίσιο θα ήταν ατελής, αν δεν έμπαινε στην ατζέντα και το θέμα του πώς η ευρωπαϊκή οικονομία, στο σύνολό της, θα αποφύγει να ξαναπέσει σε ύφεση, να γίνει πιο ανταγωνιστική, να ανοίξουν νέα πεδία επενδύσεων και έτσι να δώσουμε θετική προσδοκία στους Ευρωπαίους πολίτες και, βεβαίως, η κάθε χώρα στους πολίτες της. Για εμάς αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, άρα και αυτό πρέπει να αποτελέσει μέρος της συζήτησης, που θα έχουμε τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα μπορούσατε να μας εξειδικεύσετε γιατί ενοχλεί τόσο πολύ η ελεγχόμενη οργανωμένη πτώχευση;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η λογική μιας οργανωμένης πτώχευσης είναι περισσότερο λογική τιμωρίας. Στην πράξη, όμως, οι χώρες και η Ευρωζώνη πρέπει να προλαβαίνουν τέτοια φαινόμενα, σε συνεργασία με τις χώρες που έχουν προβλήματα, οι οποίες πρέπει να αλλάζουν πολιτικές, αν αυτές είναι λάθος, να κάνουν σωστές επιλογές, και να στηρίζονται έτσι από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η λογική ύπαρξης μιας πόρτας εξόδου είναι λογική, η οποία θα αποσταθεροποιήσει περαιτέρω μια ήδη εξαιρετικά ευαίσθητη διεθνή αγορά. Αντί να βοηθήσει, θα λειτουργήσει διαφορετικά από τον στόχο. Στόχος είναι να υπάρχει ένας τρόπος, έτσι ώστε χώρες που δεν ακολουθούν συνετές πολιτικές να έχουν τον φόβο, αν θέλετε, της πιθανής χρεοκοπίας. Όμως, είναι μια προσέγγιση, η οποία μπορεί να έχει ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είπε ο κ. Van Rumpay ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για ελεγχόμενη πτώχευση αλλά μακροπρόθεσμα θα συμφωνούσαμε ότι θα μπορούσε αυτό να συζητηθεί. «Συμφωνούσαμε» σε τι πράγμα Εσείς είπατε ότι και εμείς, η ελληνική πλευρά και άλλες χώρες διαφώνησαν πλήρως με κάτι τέτοιο. Τι ακριβώς έγινε;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ξεκινήσαμε μια συζήτηση σήμερα. Δεν είναι όλες οι χώρες στο ίδιο μήκος κύματος. Δεν υπήρξε πολύ μεγάλη συζήτηση για το ζήτημα αυτό, αλλά έχει τεθεί στο τραπέζι από κάποιες χώρες και άρα προφανώς θα συζητηθεί. Ξεκίνησε, όμως, μια πρώτη συζήτηση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο κ. Van Rupmay είπε ότι υπάρχει συναίνεση στο θέμα των κυρώσεων και για οικονομικές και για πολιτικές. Προφανώς στις πολιτικές θα εννοεί την αναστολή της ψήφου στο Συμβούλιο. Τι λέμε γι’ αυτό;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Το ζήτημα των κυρώσεων τέθηκε στις διαστάσεις που λέτε, και πολιτικές και οικονομικές. Δεν υπάρχει κάποια απόφαση. Σήμερα Απλώς τέθηκε. Ήταν μια αναγνωριστική συζήτηση, αν θέλετε. Πολιτική κύρωση θα μπορούσε να είναι η μη ψήφος στο Συμβούλιο.
Υπάρχουν πολλές επιφυλάξεις στο ζήτημα αυτό. Και εμείς έχουμε επιφυλάξεις, δεν είμαστε η μόνη χώρα. Δεν έχουμε τοποθετηθεί πλήρως, γιατί το θέμα της πολιτικής κύρωσης πάει πέρα από το ζήτημα της αποτρεπτικής λειτουργίας σε μια χώρα και έχει να κάνει με την ίδια τη συμμετοχή της. Και πρέπει να σταθμίσει κάποιος το ζήτημα πάρα πού προσεκτικά. Δεν το απορρίπτουμε εντελώς, αλλά πρώτου συναινέσουμε σε μια παρόμοια κατεύθυνση, θέλουμε να ακούσουμε πολύ προσεκτικά όλες τις επιχειρηματολογίες στην κατεύθυνση αυτή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ναι, αλλά και η Ελλάδα έχει κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος.
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Σε διαφορετικές περιστάσεις και για διαφορετικά ζητήματα. Εδώ, στην πράξη μπλέκουμε ένα ζήτημα που είναι αμιγώς οικονομικό, και άρα θα μπορούσε να έχει οικονομικές κυρώσεις, με ένα ζήτημα πολιτικής στάσης μέσα στην Ευρωζώνη. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μια συμπληρωματική ερώτηση. Απαιτεί, δεν θυμάμαι και γι’ αυτό σας ερωτώ, ή αλλαγή Συνθήκης, η στέρηση ψήφου ή αναστολή προσωρινή στο Συμβούλιο ή αν απαιτεί επίσης πάλι αναθεώρηση Συνθήκης το γενικό πάγωμα των Κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, δηλαδή να ξεφεύγει από το Ταμείο Συνοχής που είναι σκέλος της Συνθήκης.
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Δεν είναι σαφές αυτό. Περιμένουμε να ακούσουμε την εξειδίκευση των προτάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτά ήταν ζήτημα που τέθηκαν, αλλά θέλουν περαιτέρω ανάλυση, για να δούμε τι είναι επιτρεπτό και τι δεν είναι, μέσα στο πλαίσιο της Συνθήκης, και τι χρειάζεται αλλαγή Συνθήκης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των κρατικών προϋπολογισμών, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να το λέμε, είπατε ότι είστε υπέρ μιας πολυμερούς εποπτείας. Το Συμβούλιο τα κοιτάζει, η Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Ποιος τα κοιτάζει και ποιος γνωμοδοτεί;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν δύο επίπεδα. Υπάρχει η γνωμοδότηση που γίνεται ή η άποψη που εκφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και υπάρχει και η συζήτηση μεταξύ εταίρων στο πλαίσιο του Eurogroup ή του Ecofin. Αυτά τα δύο επίπεδα διατηρούνται. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να έλθει πιο νωρίς η όλη διαδικασία, έτσι ώστε το πρώτο εξάμηνο κάθε έτους να υπάρχει συζήτηση για τους γενικούς προσανατολισμούς των προϋπολογισμών. Και εδώ, μια σειρά από χώρες έχουν εκφράσει ενστάσεις γύρω από το πώς αυτό μπορεί να δέσει με την εθνική τους διαδικασία στους προϋπολογισμούς.
Εμείς πιστεύουμε ότι μπορεί να βρεθεί μια λύση, η οποία σε καμία περίπτωση να μην ακυρώνει ή υποβαθμίζει τον ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων, ο οποίος είναι κυρίαρχος στα ζητήματα αυτά. Προφανώς, αυτά αποφασίζουν για τον προϋπολογισμό. Αλλά να δίνεται τη δυνατότητα ευρύτερης συζήτησης προσανατολισμού για το ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες κάθε χώρας στον προϋπολογισμό της τον επόμενο χρόνο και στο πλαίσιο του Eurogroup και του Ecofin.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το θέμα της «κοινοτικοποίησης» μέρους του χρέους που ακούστηκε, προέρχεται από τον κ. Van Rumpay ή από χώρες;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η «κοινοτικοποίηση» μέρους του χρέους δεν είναι ακριβώς έτσι. Όπως ξέρετε, υπάρχει ευρύτερη συζήτηση για τον βαθμό κοινοτικών ή διακυβερνητικών εργαλείων στα ζητήματα αυτά. Είναι συζήτηση στην οποία υπάρχουν πολύ διαφορετικές απόψεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου είναι σε μια λογική μεγαλύτερης κοινοτικής προσέγγισης, στην οποία και εμείς συντασσόμαστε. Άλλες χώρες είναι υπέρ μιας αμιγώς διακυβερνητικής προσέγγισης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό το θέμα δεν ρυθμίζεται με νομοσχέδιο είναι θεσμικό και μάλλον χρειάζεται συνταγματική αλλαγή.
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Υπάρχουν δύο επίπεδα. Υπάρχει η γερμανική λύση. Η Γερμανία το έχει βάλει στο Σύνταγμά της. Δεν το έχουν κάνει, όμως, αυτό οι περισσότερες χώρες. Θυμίζω ότι δημοσιονομικούς κανόνες κάποιου είδους έχουν όλες οι χώρες των 27, πλην τριών, της Ελλάδας, της Κύπρου και της Μάλτας. Άρα, σε πρώτο επίπεδο, μπορεί να μπει στη νομοθεσία. Εμείς στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ευρύτερη συζήτηση αν αυτό πρέπει να μπει ή όχι στο Σύνταγμά μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Νόμο θα το κάνουμε όμως.
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ναι, βεβαίως. Αλλά το πώς ακριβώς θα αποτυπωθεί, είναι συζήτηση που θα γίνει τώρα. Θα φέρουμε προτάσεις, διότι οι δημοσιονομικοί κανόνες είναι πολλών ειδών, έχουν να κάνουν με το έλλειμμα, έχουν να κάνουν με τις δαπάνες, έχουν να κάνουν με το χρέος, έχουν να κάνουν με τα έσοδα. Δεν είναι ένας κανόνας, υπάρχουν πολλοί, πολλαπλού τύπου, κανόνες. Και εμείς τις επόμενες εβδομάδες θα επιχειρήσουμε να βρούμε τη λύση που να κουμπώνει και με τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο ελληνικός προϋπολογισμός.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Στην πράξη δηλαδή αυτό τι σημαίνει;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Αυτό λειτουργεί ως πλαίσιο, το οποίο είναι δεσμευτικό. Θυμίζω ότι και ο προϋπολογισμός είναι νόμος, αλλά, δυστυχώς, ο προϋπολογισμός κάθε έτους δεν υλοποιείται, όπως έχει ψηφιστεί. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ένα πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων, που να δίνει ασφάλεια. Έναν κανόνα για δημοσιονομική πολιτική, που διατηρείται υπεύθυνα και οδηγεί σε αποτελέσματα. Και αυτό το πλαίσιο να είναι εκ των προτέρων γνωστό, να είναι γνωστό σε όλα τα Υπουργεία, για παράδειγμα να βάζει οροφές στους προϋπολογισμούς που έχει κάθε Υπουργείο και ούτω καθεξής. Αυτό γίνεται στις περισσότερες χώρες. Αυτό, βεβαίως, δεν εμποδίζει να ξεφεύγει κάποιος από αυτό, αν προσπαθήσει. Όμως δίνει ένα καλύτερο πλαίσιο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και γενική οροφή.
ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Και γενική οροφή βεβαίως. Ευχαριστώ πολύ.