Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Καλησπέρα σε όλους. Παρακολουθήσαμε όλοι μας τα τραγικά συμβάντα στη Σίνδο. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένεια του αδικοχαμένου οδηγού.
Για ακόμα μία φορά, όμως, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιχειρεί να αποσείσει από πάνω της την πολιτική ευθύνη. Ακούσαμε τον υπουργό Εσωτερικών να δηλώνει ότι το ποτήρι ξεχείλισε.
Δεν τον ακούσαμε να μας λέει ότι το ποτήρι γέμισε, εξαιτίας των πολιτικών του, των πολιτικών της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Όλα τα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας γνωρίζουν ότι, δεν υπάρχει ουσιαστική εκπαίδευση, αφού μόνο ένα μέρος των επιχειρησιακών στελεχών της ΕΛΑΣ εκπαιδεύονται μόλις πέντε ημέρες κάθε δύο χρόνια.
Γνωρίζουν ότι οι καθηλωμένες αποδοχές τους οδηγούν ένα μεγάλο αριθμό στελεχών -κακώς- σε δεύτερες, μη νόμιμες εργασίες, με συνέπεια την πτώση της αποτελεσματικότητάς τους και γνωρίζουν ότι, το 60% των δυνάμεων του προσωπικού της ΕΛΑΣ δουλεύει σε πρωινή βάρδια, το 20% σε απογευματινή βάρδια, το 10% παρέχει υπηρεσίες τη νύχτα, και το 10% έχει ρεπό.
Είναι προφανές ότι, υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να κάνουν το καθήκον τους. Η πραγματικότητα είναι ότι η Αστυνομία έχει εξαφανιστεί από τη γειτονιά. Ότι το αίσθημα ανασφάλειας επιστρέφει στους Έλληνες πολίτες και ότι η κυβέρνηση κατέστρεψε ό,τι με κόπο χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια, στο δρόμο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Και επειδή είμαι σίγουρος ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει και πάλι, όταν βρίσκεται στα δύσκολα η συνταγή είναι ίδια, να ρίξει ευθύνες και να κάνει συμψηφισμό με το τι έκαναν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, θα σας παραθέσω απλά μια δήλωση, που έγινε στις 27 Ιουλίου 2004. Η δήλωση έχει ως εξής:
«Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή η Ελληνική Αστυνομία και μας το λένε και διάφοροι ξένοι Υπουργοί με τους οποίους μιλώ είναι ίσως η πιο άρτια εκπαιδευμένη σε στελεχιακό επίπεδο και ειδικά σε ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς από όλη την Ευρώπη».
Και συνεχίζει:
«Δηλαδή βλέπω σε πολύ μεγάλο βαθμό ότι υπάρχει μια αρμονία, ένας αλληλοσεβασμός της Αστυνομίας προς την κοινωνία και το ανάποδο, κάτι το οποίο, ξέρετε, πήρε πολλά χρόνια στην Ελληνική Αστυνομία να το κάνει».
Αυτές είναι δηλώσεις από συνέντευξη του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης της κυβέρνησης, του κ. Βουλγαράκη, σε έναν τηλεοπτικό σταθμό στις 27 Ιουλίου 2004.
Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Και σε αυτά τα τέσσερα χρόνια, τα στοιχεία πλέον μιλούν από μόνα τους. Σας παραθέτω στοιχεία, τα οποία δημοσιεύτηκαν σε μια μεγάλη καθημερινή εφημερίδα, στις 10 Φεβρουαρίου 2008, με βάση στατιστικές του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τα οποία, την τετραετία 2004 – 2007, σε όλη την ελληνική επικράτεια, είχαμε: Αύξηση κλοπών – διαρρήξεων κατά 38%. Αύξηση κλοπών τροχοφόρων κατά 29%. Αύξηση ληστειών τραπεζών κατά 71%.
Το ΠΑΣΟΚ παρέδωσε το 2004 μια Ελληνική Αστυνομία, η οποία, με βάση και τα παθήματα και τα προβλήματα του παρελθόντος, είχε αρχίσει να εμπεδώνει ένα αίσθημα εμπιστοσύνης στον Έλληνα πολίτη. Αυτά έλεγαν και οι αρμόδιοι υπουργοί της ίδιας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας τότε.
Τέσσερα χρόνια μετά, τι έχει συμβεί; Έχουμε πλήρη κομματικοποίηση. Έχουμε δηλώσεις συνδικαλιστών της Αστυνομίας ότι «η Ρηγίλλης είναι το σπίτι μας». Έχουμε διάλυση και κλείσιμο υπηρεσιών. Έχουμε ζαρντινιέρες ντροπής. Έχουμε αποδράσεις κρατουμένων με ελικόπτερο. Έχουμε αλλεπάλληλες τραγωδίες, όπως αυτή που ζήσαμε στη Σίνδο.
Και κάτι τελευταίο, για να κλείσουμε το θέμα αυτό. Ο δράστης της χθεσινής εγκληματικής ενέργειας ήταν εξαρτημένος και, μάλιστα, στη λίστα μεθαδόνης του ΟΚΑΝΑ.
Απλά, να υπενθυμίσω εδώ τη δήλωση του κ. Καραμανλή, στις 27 Ιουλίου 2004, μετά από την επίσκεψή του στη θεραπευτική κοινότητα Παρέμβαση. Είχε πει τότε ο πρωθυπουργός:
«Δρομολογούμε τις διαδικασίες για την εξάλειψη της λίστας των ασθενών που αναμένουν πρόσβαση στις μονάδες υποκατάστασης. Μέχρι τις αρχές του 2005 το Υπουργείο Υγείας και ο ΟΚΑΝΑ θα ολοκληρώσουν τις προσλήψεις του απαραίτητου προσωπικού, ώστε στις μονάδες αυτές να λειτουργήσει διευρυμένο ωράριο και να καλυφθούν οι ανάγκες όλων των ασθενών».
Σας παραπέμπω, για να βρείτε τον αριθμό προτεραιότας που είχε ο άνθρωπος αυτός, ο εγκληματίας αυτός, δεδομένης της πράξης που έκανε, στη λίστα αναμονής του ΟΚΑΝΑ. Νομίζω πως η αφερεγγυότητα, η υποκρισία, η ανευθυνότητα, σε σχέση με τις δηλώσεις και τη διάσταση μεταξύ λόγων και πράξεων αυτής της κυβέρνησης, είναι προφανής.
***
Συνεχίζω με ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο όμως αφορά και ενδιαφέρει ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Και αυτό έχει να κάνει με τους δανειολήπτες.
Ακούσαμε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, χθες, να υιοθετεί μία από τις πέντε προτάσεις που έχει κάνει το ΠΑΣΟΚ, δια μέσω του Προέδρου του, Γιώργου Παπανδρέου, στη Βουλή, για να βελτιώσει τις συνθήκες, με τις οποίες δυσκολεύονται οι δανειολήπτες να αποπληρώσουν τα δάνειά τους.
Είναι ένα θετικό βήμα αυτή η υιοθέτηση, αλλά φοβόμαστε ότι, με αποσπασματικές υιοθετήσεις, δεν λύνεται το πρόβλημα. Κάναμε μια συνολική πρόταση. Μια πρόταση, που εκφράζει και μια διαφορετική φιλοσοφία οικονομικής πολιτικής.
Και αυτή την πρόταση, την εβδομάδα που διανύουμε, θα την καταθέσουμε και ως πρόταση νόμου στη Βουλή. Και τότε, όλοι θα κριθούν από τις πράξεις τους. Διότι καλές οι εξαγγελίες, αλλά έχουμε μάθει πολλά για τη διαφορά μεταξύ εξαγγελιών και πράξεων. Το είπα και στο προηγούμενο θέμα, υπάρχει κι εδώ, θα το δείτε και σε άλλα θέματα στις σημερινές μου δηλώσεις.
Της κατάθεσης της πρότασης νόμου θα προηγηθούν συναντήσεις με τους εμπλεκομένους φορείς, δηλαδή φορείς δανειοληπτών και με την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών.
Σας θυμίζω ότι ο υπερδανεισμός στην Ελλάδα, ο δανεισμός των νοικοκυριών, από 40 δις το 2003, έχει σήμερα φτάσει στα 100 δις ευρώ. Και σας θυμίζω ότι οι πέντε προτάσεις -τις ανακεφαλαιώνω για να τις έχουμε όλοι πρόσφατες στο μυαλό μας- είναι οι εξής:
1. Κανένας πλειστηριασμός για οφειλές που είναι κάτω από 20.000 ευρώ, όταν πρόκειται για πρώτη κατοικία.
2. Σε καμία περίπτωση, ο πλειστηριασμός να μην αφορά ακίνητο σε αξία χαμηλότερη από την αντικειμενική.
3. Η συνολική οφειλή δεν θα πρέπει ποτέ να ξεπερνάει το διπλάσιο της αρχικής οφειλής.
4. Να βάλουμε τέλος στην ασύμμετρη προσαρμογή των επιτοκίων, γιατί δεν γίνεται, όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας, να ανεβαίνουν αυτομάτως όλα και, όταν πέφτουν, να μην έχουμε τις ίδιες προσαρμογές και αυτό αφορά και στα καταναλωτικά δάνεια. Και
5. Να προβλεφτούν διαδικασίες, ώστε δανειολήπτες σε δυσκολία, να μπορούν, χωρίς επιπρόσθετη επιβάρυνση, να επιμηκύνουν -και αυτό αφορά στα στεγαστικά δάνεια- την περίοδο αποπληρωμής.
Ξαναλέω τις πέντε αυτές προτάσεις ως άλλο ένα παράδειγμα και ως απάντηση στην κυβέρνηση, στην περίφημη ιστορία ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν έχει προτάσεις». Το ΠΑΣΟΚ έχει προτάσεις, τις καταθέτει και, βλέπει ότι η κυβέρνηση, είτε τις αγνοεί, είτε επιχειρεί αποσπασματικά να τις αντιμετωπίσει, διότι η ίδια δεν έχει πολιτικές για να βοηθήσει τους δανειολήπτες σε ένα μεγάλο ζήτημα, το οποίο δεν υπάρχει μία ελληνική οικογένεια σε αυτή τη χώρα, που να μην το αντιμετωπίζει.
***
Συνεχίζω με το ζήτημα του ΟΤΕ. Στη σπουδή της να κλείσει όσο γρήγορα γίνεται και όσο – όσο τη μεταβίβαση του ΟΤΕ, η κυβέρνηση διολισθαίνει καθημερινά σε όλο και πιο επικίνδυνες παραχωρήσεις.
Χθες, στην ίδια συνέντευξη, ο κ. Αλογοσκούφης ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός. Καταρχάς, είναι σαφές ότι η συνδιοίκηση ήταν ένας μύθος που κράτησε μόλις λίγες ημέρες. Η διοίκηση της εταιρείας θα ανήκει αποκλειστικά στην Deutsche Telecom.
Το δικαίωμα του βέτο -πρέπει να είμαστε καθαροί σε αυτό- σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει ότι θα λαμβάνονται οι σωστές αποφάσεις, για παράδειγμα, για τις κινήσεις του ΟΤΕ στο εξωτερικό και, ειδικά, σε περιπτώσεις που αυτές συγκρούονταν με άλλες κινήσεις της Deutsche Telecom. Για παράδειγμα, στα Βαλκάνια.
Το βέτο, στην πράξη, θα αφορά μόνο ζητήματα εθνικής σημασίας. Και εδώ, αλίμονο αν η κυβέρνηση μιας χώρας, όπως η δική μας, δεν μπορούσε να διασφαλίσει τα ζητήματα εθνικής σημασίας και εθνικής ασφάλειας. Δεν χρειάζεται βέτο γι’ αυτό. Είναι αυταπόδεικτο και προφανές.
Ακόμα και στο ζήτημα του τιμήματος, προμηνύεται αποτυχία. Ο κ. Αλογοσκούφης παρουσίασε ως εξαιρετικά δύσκολο το να πουληθεί το χρυσό 3% των μετοχών, που χαρίζει η διοίκηση του ΟΤΕ στην Deutsche Telecom, σε τιμή έστω δύο – τρία ευρώ παραπάνω από αυτήν που πέτυχε ο ενδιάμεσος, ο οποίος, ειρρήσθω εν παρόδω, δεν πούλησε το management, γιατί το management το πουλάει η κυβέρνηση.
Υπενθυμίζουμε ότι ο ενδιάμεσος, η MIG, αγόρασε το πακέτο μετοχών της 18-20 ευρώ περίπου. Δεν είναι γνωστή η ακριβής τιμή. Είναι σίγουρα πολύ χαμηλότερη από την τιμή των 23 ευρώ που ανέφερε χθες στη συνέντευξή του ο κ. Αλογοσκούφης.
Πουλάει στα 26 ευρώ. Έχουμε, δηλαδή, ένα υπερτίμημα, δηλαδή, διαφυγόντα κέρδη για το Δημόσιο που, ανάλογα με την ακριβή τιμή, είναι ύψους 700 – 800 εκατομμυρίων ευρώ.
Επίσης, ο κ. Αλογοσκούφης, στην ίδια συνέντευξη, μας αποκάλυψε για άλλη μια φορά, δεν είναι η πρώτη φορά, αλλά είχαμε καιρό να το ακούσουμε ότι, στα σχέδια της κυβέρνησης, είναι να κατέβει το ποσοστό του Δημοσίου έως και στο 5%.
Άρα, για ποια συνδιοίκηση μιλάμε και για ποια διατήρηση, από την ελληνική πλευρά, από το ελληνικό Δημόσιο, οποιασδήποτε δυνατότητας ελέγχου αυτής της επιχείρησης;
Όταν είναι ξεκάθαρο τουλάχιστον από αυτά που έχουν διαρρεύσει στις εφημερίδες, ότι η κυβέρνηση είναι πρόθυμη να πουλήσει και, μάλιστα, έχει το δικαίωμα της πρώτης άρνησης της Deutsche Telecom να πουλήσει ποσοστό, έτσι ώστε να φτάσει μέχρι και στο 5%.
Ο κ. Αλογοσκούφης επιχειρεί να μας πει ότι, αυτό που κάνει, είναι απολύτως συμβατό με το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας. Θα μας επιτρέψει, όμως, να πούμε δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι η Νέα Δημοκρατία, στο πρόγραμμά της, μιλούσε για στρατηγικό εταίρο, και όχι για πώληση. Και δεύτερον, ότι ελληνικά γνωρίζουμε. Στρατηγικός εταίρος, σημαίνει να υπάρχει ανταλλαγή μετοχών μεταξύ ΟΤΕ και Deutsche Telecom, και όχι εξαγορά της μίας από την άλλη.
Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στα ερωτήματα που έχει θέσει. Αναμένουμε από την κυβέρνηση, να μας εξηγήσει τι θα κερδίσει ο Έλληνας καταναλωτής και η ελληνική οικονομία, αν οι αποφάσεις για τις τηλεπικοινωνίες, στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, λαμβάνονται με κριτήριο αυτό που συμφέρει την Deutsche Telecom, και όχι αυτό που συμφέρει την Ελλάδα.
Ζητάμε να μάθουμε, γιατί πρέπει ο ΟΤΕ να ελέγχεται από το γερμανικό δημόσιο, και όχι από το ελληνικό Δημόσιο. Γιατί η Deutsche Telecom είναι μια εταιρεία, η οποία είναι υπό την επίβλεψη του γερμανικού δημοσίου.
Ρωτάμε να μάθουμε, γιατί ο ΟΤΕ δεν μπορεί να συνεχίσει υπό τον έλεγχο του ελληνικού Δημοσίου, να λειτουργεί κερδοφόρα, να επεκτείνεται στην ευρύτερη περιοχή, σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως έκανε μέχρι τώρα.
Ρωτάμε, γιατί η κυβέρνηση υποβιβάζει τη χώρα μας στο επίπεδο των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Κροατία, που είναι οι μόνες που έκαναν αντίστοιχες κινήσεις εκχώρησης του δημόσιου τηλεπικοινωνιακού τους οργανισμού σε ξένο ανταγωνιστή.
Και για ποιο λόγο ακριβώς, σε όλες τις διεθνείς αναλύσεις -και είχαμε σήμερα μία ενδιαφέρουσα ανάλυση στη FINANCIAL TIMES- όλοι οι ξένοι αναλυτές αναφέρονται επί μακρόν στα μεγάλα πλεονεκτήματα για την Deutsche Telecom από την εξαγορά του ΟΤΕ και στη διείσδυση στα Βαλκάνια και ούτε ένας δεν λέει για τα μεγάλα πλεονεκτήματα που θα έχει ο ΟΤΕ. Μήπως δεν υπάρχουν αυτά;
Και τέλος, η βασική ερώτηση: για ποιο λόγο πρέπει ο ΟΤΕ να εξαγοράζεται, και όχι να εξαγοράζει, όπως έκανε μέχρι τώρα. Θα επιμείνουμε μέχρι τέλους σε αυτά τα ερωτήματα. Θα επιμείνουμε, να μας εξηγήσει ο κ. Αλογοσκούφης, τι ακριβώς εννοεί, όταν λέει ότι, σε ένα περιβάλλον αποκρατικοποίησης, ποιος ξέρει τώρα ποιος διοικεί τον Οργανισμό, γιατί και αυτό το ακούσαμε χθες.
Και θα καταβάλουμε, όπως έχουμε ξαναπεί, κάθε προσπάθεια, για να αποτρέψουμε τώρα και για να αντιστρέψουμε στο μέλλον μία εξέλιξη που είναι δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα.
Και τελειώνοντας το θέμα του ΟΤΕ, για πολλοστή φορά, αναγκάζομαι να απαντήσω στον υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, ο οποίος και πάλι σκοπίμως θέλει να συγχέει την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, με την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, γιατί αυτό τον βολεύει.
Να θυμίσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ είχε διατηρήσει ένα ποσοστό άνω του 33%. Και να θυμίσουμε δύο πράγματα στη Νέα Δημοκρατία, ότι αυτό το ποσοστό, διασφάλιζε νομοθετικά τη διατήρηση του ελέγχου και της διοίκησης στο ελληνικό Δημόσιο. Το ΠΑΣΟΚ έκανε μετοχοποίηση στον ΟΤΕ, δεν έδωσε τη διοίκηση σε άλλον και ιδιαίτερα σε ξένο ιδιώτη.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατάργησε τις προστατευτικές νομοθετικές διατάξεις που υπήρχαν και μείωσε τη συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου στο 28%. Αυτά για πολλοστή φορά, για να σταματήσει αυτή η ιστορία συμψηφισμού των πολιτικών του ΠΑΣΟΚ και αυτού που επιχειρεί να κάνει σήμερα η Νέα Δημοκρατία.
***
Συνεχίζω με μια μικρή αναφορά σε ένα συναφές ζήτημα, το οποίο και αυτό προέκυψε από τη χθεσινή συνέντευξη του κ. Αλογοσκούφη. Θα θέλαμε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών να δίνει πολύ συχνά συνεντεύξεις, γιατί μας δίνει εξαιρετικά ενδιαφέρον υλικό για να αναφερόμαστε. Το θέμα μας εδώ είναι ο ΦΠΑ. Ακούσαμε χθες τον κ. Αλογοσκούφη, στη δημόσια τηλεόραση να μας λέει ότι, σε μια περίοδο που έχει ανέβει ο πληθωρισμός, θα ήταν καθαρή τρέλα να αυξήσει τον ΦΠΑ.
Θέλω να θυμίσω σε όσους το ξεχνούν ότι, την τελευταία φορά που αυξήθηκε ο ΦΠΑ, ο κ. Αλογοσκούφης, όχι στη δημόσια τηλεόραση, στην ίδια τη Βουλή, είχε έρθει και είχε πει, και χρησιμοποιώ ακριβώς τα λόγια του, όταν το ΠΑΣΟΚ είχε προειδοποιήσει ότι η κυβέρνηση θα αυξήσει τον ΦΠΑ, είχε πει, «συνεχίζετε την κινδυνολογία. Μόλις χθες, αναφερθήκατε ότι η κυβέρνησή μας θα αναγκαστεί να αυξήσει κατά 1% τον συντελεστή ΦΠΑ για να διορθώσει τη δημοσιονομική κατάσταση. Έτσι θα αντιμετωπίζετε εσείς τη δημοσιονομική κατάσταση», (20/12/2004). Τρεις μήνες μετά, ο κ. Αλογοσκούφης αύξησε τον ΦΠΑ κατά μία μονάδα.
Σήμερα, δεν λέμε ότι θα τον αυξήσει τους επόμενους τρεις μήνες, αλλά παίρνουμε μία από τις επόμενες φράσεις του, στην ίδια συνέντευξη, όπου λέει ότι, η κρίση θα διαρκέσει περίπου 6 μήνες και, μετά, τα πράγματα θα εξομαλυνθούν και ο πληθωρισμός θα πέσει, άρα, εμείς βάζουμε έναν ορίζοντα που λέει ότι, μέσα στο επόμενο εξάμηνο, θα έχει αυξήσει τον ΦΠΑ ο υπουργός Οικονομίας.
***
Προχωρώ με το συνέδριο, το οποίο ξεκινά σήμερα το απόγευμα και αφορά στην κλιματική αλλαγή. Στο συνέδριο αυτό, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα αποστείλει γραπτό μήνυμα, το οποίο θα διαβαστεί στην έναρξή του. Το μήνυμα αυτό θα είναι διαθέσιμο σε εσάς, αφότου αναγνωστεί. Θέλω να κάνω δύο – τρεις επισημάνσεις, με την ευκαιρία του Συνεδρίου.
Πρώτα, να τονίσω ότι το Συνέδριο αυτό έρχεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή για τη χώρα μας. Όλοι παρακολουθήσαμε την αποβολή της Ελλάδας από το σύστημα εκπομπής ρύπων των Ηνωμένων Εθνών. Όλοι παρακολουθήσαμε τις αντεγκλήσεις ανάμεσα στον υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και στον αρμόδιο Επίτροπο για το περιβάλλον.
Αυτό που είναι σαφές είναι ότι, υπάρχει μία παντελής έλλειψη πολιτικής βούλησης, για να υπάρξει μία πραγματική περιβαλλοντική πολιτική στη χώρα μας. Ακούμε και διαβάζουμε πολλά τις τελευταίες ημέρες για τη δημιουργία ενός χωριστού Υπουργείου Περιβάλλοντος. Να θυμίσουμε δύο πράγματα.
Πρώτον, η δημιουργία ενός χωριστού Υπουργείου Περιβάλλοντος αποτελεί πρόταση και πάγια θέση του ΠΑΣΟΚ εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ένα απολύτως αναγκαίο βήμα. Όμως, το Υπουργείο αυτό δεν είναι η λύση, είναι η προϋπόθεση για τη λύση. Η λύση είναι να υπάρχει πραγματική βούληση για σοβαρή περιβαλλοντική πολιτική, για μία πολιτική που βάζει στο επίκεντρο της ανάπτυξης την πράσινη οικονομία.
Εμείς, γι´ αυτό παλεύουμε, γι´ αυτό μιλάμε και γι´ αυτό θεωρούμε ότι όλες οι κινήσεις που αναδεικνύουν το ζήτημα του περιβάλλοντος είναι καλοδεχούμενες και, εμείς, θα συνεχίσουμε να μιλάμε γι´ αυτά τα πράγματα.
***
Τέλος, ένα τελευταίο ζήτημα, με αφορμή δημοσιεύματα και πρωτοσέλιδα σε σημερινή εφημερίδα, για την μαύρη εργασία στην Ελλάδα. Υπάρχει ένα μείζον ζήτημα προστασίας των νέων μορφών απασχόλησης στη χώρα μας. Από τους «ντελιβεράδες», στις γυναίκες που δουλεύουν με μερική απασχόληση σε σούπερ μάρκετ, στους νέους με μεταπτυχιακά που δουλεύουν για μισθό κάτω από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και δουλεύουν υπερωρίες χωρίς να τις πληρώνονται, υπάρχει στην Ελλάδα ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, με το πώς δεν προστατεύονται όλοι οι εργαζόμενοι που είναι εκτός των τειχών.
Το ζήτημα αυτό, εμείς θα συνεχίσουμε να το φέρνουμε στην επικαιρότητα. Κάνω, όμως, μια απλή ερώτηση. Η κυβέρνηση, όλους αυτούς, δεν τους βλέπει; Δεν βλέπει τις ακραίες μορφές εκμετάλλευσης που υπάρχουν στην αγορά εργασίας, στην ελληνική κοινωνία; Και δεν έχει πολιτικές για όλους αυτούς;
Διότι είναι προφανές ότι, δεν υπάρχει καμιά απολύτως πολιτική. Το βλέπουμε με την απόλυτη απραξία του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, το βλέπουμε με την εκτίναξη της φοροδιαφυγής και με την ασυδοσία που υπάρχει στην αγορά.
Εμείς, θα έρθουμε με συγκεκριμένες προτάσεις σε αυτό το θέμα, θα μας ακούσετε να επανερχόμαστε. Θεωρούμε ότι είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία και θα είμαστε εδώ για να μιλάμε γι´ αυτό και να κάνουμε συγκεκριμένες προτάσεις.
Αυτά από εμένα. Παρακαλώ τις ερωτήσεις σας.
Γ. ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Θέλω να σας ρωτήσω, σήμερα ο κ. Χατζηγάκης ουσιαστικά προανήγγειλε όπως είπε ότι μέσα στον Ιούλιο, Ιούνιο – Ιούλιο, μέσα στο καλοκαίρι θα υπάρξει τσουνάμι από δικαστικές υποθέσεις. Θεωρείτε ότι μέσα σε αυτά θα είναι και τα ομόλογα και οι άλλες υποθέσεις που έχετε ζητήσει;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Καταρχάς, θα μου επιτρέψετε να σημειώσω ότι βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης προαναγγέλλει την πορεία και την ταχύτητα δικαστικών αποφάσεων. Δεύτερον, να σημειώσω ότι, για μια σειρά από ζητήματα, το ΠΑΣΟΚ έχει τοποθετηθεί δημόσια στη Βουλή, έχουμε ζητήσει Εξεταστικές Επιτροπές, έχουμε κάνει την κριτική μας σε συγκεκριμένους δικαστικούς λειτουργούς, για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν. Θέλουμε να υπάρχει ταχύτατη διερεύνηση όλων αυτών των υποθέσεων, για να έρθουν όλα στο φως.
Β. ΜΟΥΡΤΗΣ: Χτες διαβάσαμε σε πρωτοσέλιδο εφημερίδας για το πόρισμα του εισαγγελέα κ. Πεπόνη, που αφορά στα ομόλογα, είναι το πρώτο σκέλος της έρευνας που αφορά το ´97 – 2004. Καταρχήν θα ήθελα να σας ρωτήσω αν σε αυτό βλέπετε μια σκοπιμότητα, δηλαδή στο γεγονός ότι τελείωσε η έρευνα του ´97 – 2004 δεν τελείωσε το ’04 – ’07 που είναι και συντομότερο το διάστημα.
Και δεύτερον. Επειδή στην εφημερίδα αναφέρεται ότι ο κ. Πεπόνης ζητεί από τον προϊστάμενο εισαγγελέα τον κ. Κολιοκώστα να ζητήσει από τη Βουλή να γίνει έρευνα για ευθύνες πολιτικών προσώπων, το ΠΑΣΟΚ θα ζητήσει σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής και γι´ αυτό το θέμα;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Εμείς έχουμε πει ότι, για το θέμα και το τεράστιο σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων, οι ευθύνες βαραίνουν την σημερινή κυβέρνηση. Έχουμε καταγγείλει την προσπάθεια συμψηφισμού που γίνεται με παλαιότερες εποχές, έχουμε δηλώσει ξεκάθαρα ότι, δεν έχουμε να φοβηθούμε κάτι και, οτιδήποτε βρεθεί, θέλουμε να το γνωρίζει ο Ελληνικός λαός.
Άρα, περιμένουμε να δούμε επίσημα τα πορίσματα της συνολικής περιόδου. Είναι ενδιαφέρον, όπως τονίσατε και εσείς, ότι χωρίστηκε σε δύο περιόδους και ότι βγαίνει πρώτα μία συγκεκριμένη περίοδος. Είμαστε εδώ, όμως, για να συζητήσουμε, και στη Βουλή, και οπουδήποτε αλλού, όλα αυτά τα πορίσματα.
Β. ΜΟΥΡΤΗΣ: Είπατε προηγουμένως μιλώντας για τον ΟΤΕ ότι θα κάνετε τα πάντα για να αντιστραφεί αυτή η πορεία στην οποία τον έχει βάλει η κυβέρνηση και η αρμόδια πολιτική εκπρόσωπος η κα Κατσέλη έχει μια συνέντευξη σήμερα που λέει θα πάρουμε πίσω τον ΟΤΕ. Με ποιον νομικό και οικονομικό τρόπο θα γίνει αυτό;
Γ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η κυρία Κατσέλη είπε ότι θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν νομικά, για να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε δημόσιο έλεγχο σε αυτή την επιχείρηση. Αυτό μπορεί να γίνει με μία σειρά από τρόπους. Καταρχάς, βλέποντας το νομικό κείμενο και κατά πόσον η συμφωνία έχει γίνει με σύννομο τρόπο και, κατά δεύτερο λόγο, αλίμονο αν μια κυβέρνηση που έχει εκλεγεί με τη λαϊκή βούληση, δεν μπορεί να πάρει κυριαρχικές αποφάσεις, για το τι θα κάνει με τις τηλεπικοινωνίες στη χώρα της. Θέλει να μας πει, όποιος αμφισβητεί κάτι τέτοιο, ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να έχουν λόγο γι´ αυτά τα ζητήματα; Εάν θέλει να το πει αυτό, ας βγει να το πει.
Ευχαριστώ.