Ομιλία στη Βουλή με θέμα το σχέδιο νόμου για την ΕΛ.ΣΤΑΤ

Δημοσιεύτηκε την Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου, 2010

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η χώρα μας σήμερα δίνει μία αληθινή μάχη. Δίνει μία σκληρή μάχη, για να κερδίσει ξανά την αξιοπιστία της. Οι πολίτες αυτής της χώρας και η Κυβέρνηση, την οποία έχουν εκλέξει, επιχειρούν να κερδίσουν πίσω το αυτονόητο, να μπορούν να λένε την αλήθεια και να τους πιστεύουν.

Σήμερα, κανείς δεν πιστεύει την Ελλάδα. Κανείς δεν πιστεύει τα στοιχεία που δίνει η Ελλάδα. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι οι πολιτικές που εφαρμόζει η χώρα θα αποδώσουν. Ελάχιστοι πιστεύουν – και ακόμα πιο λίγοι στηρίζουν – την προσπάθεια, που κάνουν οι Έλληνες πολίτες, για να ξεπεράσουμε το οικονομικό τέλμα, στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα. Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Kι εμείς, η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Οκτωβρίου, έχουμε δείξει, από την πρώτη στιγμή, ότι δεν θα αφήσουμε άλλο χώρο στο ψέμα και στη συγκάλυψη.

Είπαμε – και το εννοούσαμε-  ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί, για να κερδίσει η χώρα ξανά την αξιοπιστία της, να προχωρήσει σε μία νέα πορεία ανάπτυξης, να σταματήσει να δανείζεται και να πνίγεται η ανάπτυξη, οι δυνατότητες και η δυναμική των σημερινών και των μελλοντικών γενεών στα ελλείμματα και στα χρέη. Είπαμε – και το εννοούσαμε – ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι η χώρα να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Στα δικά της πόδια, όχι στα πήλινα πόδια του ψεύδους, χωρίς τα δεκανίκια που τις προσφέρουν οι πρακτικές, που θέλουν να κρύβεται το πρόβλημα κάτω από το χαλί, να μην λύνεται ποτέ και να μετατίθεται στους επόμενους και στα παιδιά των επόμενων.

Η σημερινή κατάσταση, το έλλειμμα αξιοπιστίας, το καταρρακωμένο κύρος της χώρας μας, που το πληρώνουμε πολιτικά στη σχέση μας με τους εταίρους και οικονομικά στη σχέση μας με τις διεθνείς αγορές, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι μία κατάσταση που επιβάλλει να αλλάξουμε νοοτροπία, να ξεπεράσουμε τις λογικές της κουτοπονηριάς και να αρχίσουμε να στεκόμαστε μπροστά στους Έλληνες πολίτες και να λέμε ότι αυτή είναι η πραγματική κατάσταση των οικονομικών της χώρας, τόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα, αυτή είναι η λύση, που πρέπει να δώσουμε για φέτος. Kαι αυτό να το εννοούμε.

Ένα πρώτο μεγάλο βήμα στο χτίσιμο της αξιοπιστίας της χώρας και της λογοδοσίας απέναντι στους πολίτες είναι και το νομοσχέδιο που ψηφίζουμε σήμερα. Η ανεξαρτητοποίηση της Στατιστικής Υπηρεσίας της χώρας είναι, μια απόφαση που είχαμε προαναγγείλει ως Αντιπολίτευση εδώ και πολλά χρόνια. Πρόκειται για ένα κεντρικό μέτρο στις προγραμματικές μας δεσμεύσεις, μία πραγματική τομή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη λογοδοσία στους πολίτες, τη διαχείριση των δημοσιονομικών και των οικονομικών στοιχείων. Πρόκειται για μία τομή που, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών απλώς επιβεβαίωσαν και προσέθεσαν νέα επιχειρήματα, για να γίνει.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή είναι μια ανεξάρτητη αρχή που θα ελέγχεται από το ίδιο το Κοινοβούλιο, τους εκπροσώπους των πολιτών, που δεν θα έχει σχέση με την πολιτική ηγεσία και την εκάστοτε Κυβέρνηση. Στην Ελληνική Στατιστική Αρχή θα έχουν λόγο και θα την ελέγχουν οι εκπρόσωποι των κοινωνικών και οικονομικών φορέων και όπου με κάθε τρόπο θα διασφαλίζεται η επιστημονική επάρκεια του έργου της, η ανεξαρτησία των λειτουργών της, ώστε να παράγονται αντικειμενικές, έγκυρες και έγκαιρες στατιστικές, στατιστικά στοιχεία που θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της λογοδοσίας της χώρας μας στους πολίτες, αλλά και στους διεθνείς εταίρους που μας παρακολουθούν, δεδομένα που θα διακινούνται σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες ποιότητας και διαφάνειας, μέσα από διαδικασίες τυποποιημένες. Στην Ελληνική Στατιστική Αρχή ο καθένας θα γνωρίζει τον ρόλο του, ποια είναι η ευθύνη του, κανείς δεν θα μπορεί να παρεμβαίνει για να αλλάξει αριθμούς, για να κρύψει στοιχεία, για να διακινδυνεύσει άλλο την αξιοπιστία ενός αριθμού και μέσα από αυτόν, το κύρος ολόκληρης της χώρας.

Το νομοσχέδιο αυτό το οποίο συζητάμε είναι άλλη μία προγραμματική μας δέσμευση, που γίνεται πράξη. Με το νομοσχέδιο, που καλούμε την Βουλή να ψηφίσει, αλλάζουμε το πλαίσιο που διέπει την ανάπτυξη, παραγωγή και διάδοση των στατιστικών στοιχείων. Μετατρέπουμε τη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου των Οικονομικών σε ανεξάρτητη διοικητική αρχή, την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η Βουλή των Ελλήνων ασκεί έλεγχο επί της νέας αρχής και συμμετέχει με αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 και μετά από δημόσια προκήρυξη στην επιλογή του Προέδρου και της πλειοψηφίας των επτά μελών. Το Υπουργείο Οικονομικών πλέον μπορεί να ορίζει μόλις ένα από τα επτά μέλη της αρχής, άλλο ένα η Τράπεζα της Ελλάδος και ακόμη ένα ο σύλλογος των εργαζομένων.

Με το νομοσχέδιο αυτό ρυθμίζουμε  τους κανόνες λειτουργίας του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος και λαμβάνεται μέριμνα για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, κάτι που είδαμε πόσο τον τελευταίο καιρό είχε περιφρονηθεί. Τίθενται οι βασικές αρχές λειτουργίας του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος και οι υποχρεώσεις όλων των φορέων του και αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην πρόσβαση στις πηγές, μητρώα και αρχεία, που πρέπει να παρέχουν όλοι οι φορείς και τα φυσικά πρόσωπα.

Θεσμοθετείται ως συμβουλευτικό όργανο το Συμβούλιο του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος, το οποίο γνωμοδοτεί στην Ελληνική Στατιστική, ένα Συμβούλιο στο οποίο εκπροσωπούνται οικονομικοί, κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς και η επάρκειά του διασφαλίζεται με την υποχρέωση όλων των φορέων που συμμετέχουν να υποδεικνύουν πρόσωπα με επιστημονική ή επαγγελματική εξειδίκευση στο αντικείμενο της στατιστικής επιστήμης ή συναφών κλάδων.

Ορίζουμε ένα τριετές ελληνικό στατιστικό πρόγραμμα, στο οποίο θα δίνεται κάθε δημοσιότητα, θα κατατίθεται, θα συζητείται στη Βουλή και βεβαίως, θα αναρτάται στο δικτυακό τόπο.

Θεσμοθετούνται διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας των διαβιβαζομένων στοιχείων προς την ΕΛ.ΣΤΑΤ. και βέβαια, από την ΕΛ.ΣΤΑΤ., προς όλους όσους αφορούν τα στοιχεία αυτά.

Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία αυτού του νομοσχεδίου. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι ένα μεγάλο μέρος του Κοινοβουλίου στηρίζει αυτή την προσπάθεια που κάνει η Κυβέρνηση. Το νομοσχέδιο αυτό είναι σημαντικό μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος τομών, αλλαγών και παρεμβάσεων, για να εξασφαλισθεί η καλή διαχείριση και ο έλεγχος του δημοσίου χρήματος, αλλά και η διαφάνεια, η αξιοπιστία των στοιχείων και ο έλεγχος από τους πολίτες, η λογοδοσία απέναντι σε αυτούς για το ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία και το πως ακριβώς ξοδεύονται τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου.

Σε αυτό το πλαίσιο έχουμε, ήδη, προχωρήσει σε μία σειρά από άλλες πολύ σημαντικές ενέργειες. Γίνεται μία σημαντική δουλειά στο πλαίσιο διμερών επιτροπών, που ήδη λειτουργούν μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και όλων των Υπουργείων, για να έχουμε μηνιαία παρακολούθηση όχι μόνο των δαπανών που γίνονται, αλλά και των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται από όλα τα Υπουργεία.

Δημιουργούμε μία βάση δεδομένων για την μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων, κάτι που, όσο και εάν ακούγεται απίστευτο, δεν υπάρχει σήμερα στη χώρα μας. Μία βάση δεδομένων που θα αποτελέσει και την αρχή για τη δημιουργία μιας ενιαίας αρχής πληρωμής από το Δημόσιο.

Προχωράμε στην κατάρτιση τριετών προϋπολογισμών από τα Υπουργεία και αξιοποιούμε όλη την τεχνογνωσία που υπάρχει όχι μόνο στο Δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, στην κατεύθυνση αυτή, στη δημιουργία ενός πολυετούς προϋπολογισμού προγραμμάτων.

Μέχρι το καλοκαίρι θα καταθέσουμε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο δημοσιονομικών αρχών, με το οποίο θα δημιουργείται μία Ανεξάρτητη Δημοσιονομική Αρχή, ένα Γραφείο Ελέγχου του Προϋπολογισμού στη Βουλή και ταυτόχρονα, θα νομοθετούνται δημοσιονομικοί κανόνες.

Η Ελλάδα είναι μία από τις τρεις μόλις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία δεν υπάρχουν δημοσιονομικοί κανόνες. Με αυτά, λοιπόν, τα βήματα προχωράμε και με αυτά τα βήματα αποδεικνύουμε και την αποφασιστικότητά μας να ξεπεράσουμε το παρελθόν. Όμως, πάνω απ’ όλα, επιχειρούμε να εξασφαλίσουμε λύσεις στο μεγάλο πρόβλημα της αδιαφάνειας των δημοσιονομικών στατιστικών. Προσπαθούμε να κλείσουμε τις τρύπες που επιτρέπουν να επαναληφθούν τα προβλήματα απόκρυψης της αλήθειας από τους πολίτες και τους διεθνείς εταίρους μας, που μας οδήγησαν μέχρι εδώ, μιας αλήθειας που την κατάντησε, δυστυχώς, η προηγούμενη Κυβέρνηση έρμαιο των κομματικών της συμφερόντων, που έκρυβε -ναι, έκρυβε- απ’ όλους την αλήθεια έως τις 2 Οκτωβρίου, στέλνοντας στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που έδειχναν το έλλειμμα μισό απ’ ό,τι πραγματικά ήταν.

Είμαστε απολύτως αποφασισμένοι να λύσουμε το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Είμαστε απολύτως αποφασισμένοι να σταματήσουμε τον κατήφορο των ελλειμμάτων και των χρεών. Είμαστε απολύτως αποφασισμένοι να πετύχουμε τους στόχους που έχει θέσει η χώρα, όχι κρύβοντας το πρόβλημα, όχι μειώνοντας το μέγεθος των πραγματικών δεδομένων, όχι αποκρύπτοντας τα στοιχεία που πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες και οι εταίροι μας, αλλά λέγοντας την πραγματικότητα, όσο σκληρή, όσο δύσκολη και εάν είναι. Να λέμε την πραγματικότητα, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους και να εξασφαλίζουμε και τους μηχανισμούς, που θα μας επιτρέπουν ανά πάσα ώρα και στιγμή να τα γνωρίζουμε, όχι να παίζουμε με τα στοιχεία και να κρύβουμε το μέγεθος του προβλήματος.

Ας θυμηθούμε τι έγινε στο παρελθόν. Το 2004, η Νέα Δημοκρατία έκανε μία λεγόμενη δημοσιονομική απογραφή. Οι στόχοι ήταν σαφείς. Οι στόχοι ήταν να επιχειρήσει να απαξιώσει πλήρως τα επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης. Έπαιξε με τους αριθμούς, έπαιξε με τις μεθοδολογίες και έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει ακόμη και την ένταξη της χώρας μας στη Ζώνη του Ευρώ. Κατάλαβε κάποια στιγμή το ολέθριο λάθος της και έτσι είχαμε δηλώσεις του τότε Υπουργού Οικονομικών ότι η χώρα μπήκε με το σπαθί της στην ΟΝΕ.

Μετά από αυτή τη δημοσιονομική απογραφή, θα μπορούσε η Νέα Δημοκρατία να είχε τουλάχιστον προσπαθήσει να σταματήσει αυτό τον φαύλο κύκλο της αδιαφάνειας στα δημόσια στατιστικά. Θα μπορούσε να είχε προσπαθήσει να σταματήσει την κακοδιαχείριση του δημόσιου χρήματος. Θα μπορούσε να είχε προσπαθήσει να αποτρέψει την κομματική διαχείριση του δημοσίου χρήματος και να λύσει πραγματικά το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.

Αν τα είχε κάνει όλα αυτά, η χώρα σήμερα δεν θα πλήρωνε επιτόκια τρεις φορές μεγαλύτερα από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Αν τα είχε κάνει αυτά η Ελλάδα, σήμερα, δεν θα δεχόταν αυτή την πρωτοφανή επίθεση, που δέχεται από τα ξένα Μέσα και οι Έλληνες δεν θα χρειαζόταν να καταβάλλουν τόση προσπάθεια για το αυτονόητο, να μη φοβούνται για το μέλλον τους. Αν επί έξι χρόνια η Νέα Δημοκρατία είχε ασχοληθεί με το να βελτιώσει τη δημοσιονομική διαχείριση, με το να μαζέψει τις τρύπες της σπατάλης, να κάνει μία σοβαρή πολιτική προσλήψεων και διαχείρισης στο δημόσιο τομέα, δεν θα είχαμε φθάσει να είχαμε έλλειμμα 30 δισ. και χρέος 300 δισ..

Ακούω ότι η Νέα Δημοκρατία κάνει, σήμερα, την αυτοκριτική της. Ποια ακριβώς αυτοκριτική κάνει η Νέα Δημοκρατία; Ακούσαμε τον νέο της αρχηγό, από αυτό εδώ το Βήμα, να ισχυρίζεται ότι το έλλειμμα δεν είναι τελικά 12,7%, αλλά είναι γύρω στο 9%-10%. Έτσι αντιλαμβάνεται η Νέα Δημοκρατία την αυτοκριτική; Να επιχειρήσει να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Τράπεζας της Ελλάδος, τα στοιχεία τα οποία γνωρίζει όλος ο κόσμος, τα βλέπει μπροστά του, δεν είναι τα αληθή, για να καλύψει αυτά τα οποία έκανε; Αυτό σημαίνει αυτοκριτική;

Η αυτοκριτική γίνεται με πραγματικές πράξεις. Δεν γίνεται με μία γενικόλογη διατύπωση «κάναμε και εμείς λάθη». Ειδικά, όταν αυτά τα λάθη τα πληρώνει σήμερα ο Έλληνας πολίτης. Όλοι ξέρουμε ότι το 2004 η Νέα Δημοκρατία δεν κληρονόμησε δεινά. Το 2004 κλήθηκε να διαχειριστεί μία χώρα που δεν ήταν σε ύφεση, αλλά μία οικονομία που έτρεχε με 5% ανάπτυξη. Δεν κλήθηκε να διαχειριστεί ένα έλλειμμα 12,7%, αλλά ένα έλλειμμα κάτω από 3%, το οποίο βάφτισε 5%, αλλά, εν πάση περιπτώσει, όχι 10% ή 12,7% .

Ακούω Βουλευτές της Αντιπολίτευσης να μας λένε ότι είναι τεράστιο ατόπημα η πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για Εξεταστική Επιτροπή. Και ακούω το πρωτοφανές επιχείρημα που χονδρικά συνοψίζεται στην εξής φράση: «Μην μιλάτε, γιατί θα μας πάρουν χαμπάρι».

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, μας πήραν χαμπάρι. Μας πήρε χαμπάρι η EUROSTAT, μας πήραν χαμπάρι όλα τα διεθνή μέσα, μας πήρε χαμπάρι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία παραπέμπει τη χώρα μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Και θα ήταν ανεπίτρεπτο, αν η ελληνική Βουλή δεν έκανε τη δική της Εξεταστική Επιτροπή για το ζήτημα αυτό. Αυτό θα ήταν μεγάλο ατόπημα, γιατί δεν μπορεί κανείς να στηρίξει την αλήθεια πάνω στη συγκάλυψη, γιατί δεν μπορεί κανείς να προχωρήσει μπροστά και να αλλάξει κακώς κείμενα, αν δεν παραδεχθεί ποια ήταν τα πραγματικά λάθη. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε και να ξεπεράσουμε τις παθογένειες, αν δεν γίνει μία ειλικρινής αποτύπωση του τι πραγματικά έγινε.

Ακούω ότι πρέπει να πάμε πίσω στο 1981. Να πάμε. Να πάμε και στο 1821, αν θέλετε, στη σύσταση του ελληνικού κράτους. Όμως, το 2004 έγινε μία απογραφή. Με βάση αυτήν την απογραφή, έγιναν κάποιες εκθέσεις. Η EUROSTAT έκλεισε κάποια στοιχεία. Δεν θυμάμαι τη Νέα Δημοκρατία σε εκείνη την απογραφή, να αναφέρεται στο περίφημο swap της Goldman Sachs. Δεν θυμάμαι τη EUROSTAT να το αποτυπώνει στα στοιχεία της.  Το θυμάστε εσείς; Τι έγινε; Δεν το ξέρατε; Μήπως ήταν νόμιμο; Μήπως τα στοιχεία και οι κανόνες τότε το επέτρεπαν και απλώς τώρα, είναι πάρα πολύ βολικό να το επικαλείσθε, σε μια προσπάθεια συμψηφισμού; Αν υπήρχε πρόβλημα, γιατί δεν το αναφέρατε τότε; Γιατί τότε η EUROSTAT δεν το ενσωμάτωσε στις δικές της εκθέσεις;

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η πραγματικότητα είναι μία. Αυτή η χώρα έχει κυβερνηθεί δύο φορές από τη Νέα Δημοκρατία μετά τη μεταπολίτευση, μετά το 1981. Και τις δύο αυτές φορές, η χώρα έγινε το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης. Και τις δύο αυτές φορές ήμασταν δακτυλοδεικτούμενοι, δυστυχώς, εξαιτίας των πρακτικών της σημερινής Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να αρνείται να κοιτάξει την αλήθεια στα μάτια. Έχει κάθε δικαίωμα να μην έχει το πολιτικό θάρρος, να προχωρήσει μπροστά.

Εμείς, όμως, αυτήν την εντολή έχουμε από τον Ελληνικό λαό και αυτήν την εντολή θα τιμήσουμε.

Ευχαριστώ πολύ.

Ο σχολιασμός είναι κλειστός προς το παρόν, αλλα μπορείτε να το επισημάνετε απο τον ιστοχώρο σας.
Το παρόν άρθρο ανήκει στις κατηγορίες Ομιλίες, Υπουργός .