Να ευχαριστήσω όλους εσάς για την παρουσία σας εδώ σήμερα. Για την ευκαιρία που μου δίνετε να πω μερικά λόγια για το στίγμα της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης εννιά μήνες μετά τις εκλογές, δύο μήνες μετά την υπογραφή του μνημονίου – συμφωνίας συνεργασίας με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και του πλαισίου της οικονομικής πολιτικής, το οποίο εφαρμόζεται.
Αν χρησιμοποιούσα ποδοσφαιρικούς όρους και όρους ποδοσφαιρικής αναμετάδοσης, θα έλεγα ζούμε ιστορικές στιγμές. Είναι, όμως, τόσο κλισέ που δεν θα ήθελα να το χρησιμοποιήσω, παρόλο που νομίζω πως όλοι το συναισθανόμαστε. Απλώς όλοι δεν έχουμε την ίδια ανάγνωση των στιγμών. Όλοι δεν βλέπουμε τη συγκεκριμένη σημερινή συγκυρία με τον ίδιο τρόπο.
Σήμερα, στην Ελλάδα υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού που έχουν υποστεί σημαντικές θυσίες. Έχουν υποστεί περικοπές μισθών, περικοπές συντάξεων, είναι αναγκασμένοι να πληρώσουν υψηλότερες τιμές εξαιτίας και της αύξησης του Φ.Π.Α. και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης. Υπάρχουν εργαζόμενοι που χάνουν τις δουλειές τους. Υπάρχουν επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να τα φέρουν πέρα, υπάρχουν επιχειρήσεις που κλείνουν. Όλα αυτά είναι μία πραγματικότητα και θα μπορούσε κάποιος να σταθεί σε αυτή τη πραγματικότητα και να μιλήσει για μία εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα, μία συγκυρία που δεν έχει μέλλον.
Πιστεύω βαθύτατα ότι παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά πράγματι υπάρχουν και είναι γύρω μας και είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα για πολλούς συμπολίτες μας, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά δυσκολεύουν πολλές επιχειρήσεις, πολλούς από εσάς, τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν απλώς μία πλευρά μόνο της εικόνας, αλλά σίγουρα δεν δείχνουν την πορεία στην οποία κατευθυνόμαστε. Και αυτό γιατί τους τελευταίους μήνες, έχουν γίνει στη χώρα πράγματα, τα οποία με κάθε ειλικρίνεια, αν όλοι γυρνούσαμε το χρόνο μερικούς μήνες πίσω, δεν νομίζω ότι θα φανταζόμασταν ότι θα είχαν γίνει.
Μερικά πράγματα έγιναν εξ ανάγκης, μερικά πράγματα έγιναν από σχεδιασμό. Όμως, έγιναν πράγματα και η Ελλάδα είναι σε κίνηση. Η οικονομία είναι σε κίνηση. Προχωράμε κάνοντας μεγάλες τομές, μεγάλες αλλαγές. Η Ελλάδα και η ελληνική οικονομία βρέθηκε, πριν από μερικούς μήνες, στη πιο κρίσιμη ίσως στιγμή της μεταπολεμικής της ιστορίας. Βρέθηκε να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τρεις προκλήσεις. Τρία ελλείμματα.
Το ένα, το προφανές, αυτό για το οποίο μιλάμε όλοι μας. Αυτό που ήταν και η πηγή, αν θέλετε, της δυσκολίας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα. Βρέθηκε να αντιμετωπίζει ένα τεράστιο έλλειμμα, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, 13,6% όταν έλεγε προς τα έξω ότι ήταν κάτω από το μισό και προϋπολόγιζε στον Προϋπολογισμό του περασμένου έτους κάτω από το 1/3. 3%. Βρέθηκε, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, να έχει διαταράξει μία εξαιρετικά ευαίσθητη ισορροπία στο δημόσιο χρέος. Το οποίο κατάφερε να κινηθεί στη κόψη του ξυραφιού. Γιατί ενώ οι μεγάλες αποφάσεις, που έπρεπε να ληφθούν, δεν παιρνόντουσαν, καταφέρναμε εξαιτίας της δυναμικής ανάπτυξης που είχε η χώρα μας, να πορευόμαστε έχοντας μία ελαφρά πτωτική πορεία σε ένα χρέος που όλοι ξέραμε ότι υποθηκεύει το μέλλον, το μέλλον της χώρας μας.
Κάποια στιγμή, τα τελευταία δύο χρόνια, αυτή η ευαίσθητη ισορροπία διαταράχθηκε. Διαταράχθηκε γιατί η ανάπτυξη κατέρρευσε και διότι είχαμε μία πρωτοφανή δημοσιονομική υπέρβαση του ελλείμματος και κακή δημοσιονομική διαχείριση. Το πρώτο, λοιπόν, στοιχείο που χαρακτηρίζει τη κατάσταση την οποία βρισκόμαστε, είναι η αδήριτη ανάγκη να αντιμετωπίσουμε αυτά τα μεγάλα ελλείμματα και να αρχίσουμε να ελέγχουμε το χρέος, το οποίο – για να θυμίσω και τον ιδρυτή της παράταξης που κυβερνά σήμερα τον τόπο – είτε θα το αντιμετωπίσουμε, είτε θα μας φάει εκείνο.
Το δεύτερο στοιχείο ήταν, βεβαίως, το γνωστό σε όλους μας, και σε εσάς περισσότερο ίσως από άλλους, έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Η χώρα για πολύ καιρό πορεύτηκε με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναπτυξιακής πορείας, πορεύτηκε με συγκεκριμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα, κρύβοντας κάτω από το χαλί αδυναμίες, υστερήσεις, στρεβλώσεις. Πορεύτηκε μην έχοντας την τόλμη να πάρει αποφάσεις. Επειδή αυτές οι αποφάσεις την έφερναν σε σύγκρουση με συγκεκριμένα συμφέροντα, με συγκεκριμένες συντεχνίες, με συγκεκριμένες νοοτροπίες, με ένα βόλεμα με το οποίο όλοι μας λίγο πολύ ίσως είχαμε συνθηκολογήσει.
Κάποια στιγμή, φάνηκε ότι μία χώρα στην Ευρωζώνη δεν μπορεί να έχει διψήφιο έλλειμμα στον εξωτερικό τομέα και να συνεχίσει να είναι μέλος της. Και φάνηκε ότι δεν γίνεται μία χώρα, όπως η Ελλάδα, να συνεχίσει χρόνο με τον χρόνο να έχει μία κατρακύλα σε όλες τις διεθνείς κατατάξεις ανταγωνιστικότητας, μία κατρακύλα χωρίς τελειωμό.
Και το τρίτο στοιχείο, το στοιχείο που ανέτρεψε τα πάντα τελικά, αυτό που επιτάχυνε τις εξελίξεις και έτσι βρεθήκαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, ήταν αυτή η πρωτοφανής έλλειψη αξιοπιστίας που αποκτήσαμε εκτός Ελλάδας. Με απλά λόγια, από κάποιο σημείο και πέρα, ό,τι και να έκανε η ελληνική Κυβέρνηση, δεν ήταν πιστευτό, ό,τι στοιχεία και να έδινε δεν ήταν πιστευτά, ό,τι πολιτικές και να εξήγγειλε απλώς δεν ήταν πολιτικές, τις οποίες θεωρούσαν οι εταίροι μας ότι θα έχουν αποτέλεσμα ή ότι καν θα υλοποιηθούν.
Βρεθήκαμε, λοιπόν, ως μία Κυβέρνηση που ξεκίνησε με μεγάλη διάθεση αλλαγών, ως μία Κυβέρνηση, η οποία από την αρχή θεώρησε ότι είχε μία εντολή αλλαγών και όχι απλώς διαχείρισης, σε αυτό που έχω πολλές φορές αναφέρει, σε ένα παράθυρο χρόνου, το οποίο έκλεινε και έκλεινε πάρα πολύ γρήγορα.
Πάντα η χώρα δεν είχε τεράστια ευκολία εξυπηρέτησης του εξωτερικού της χρέους γιατί ήταν πολύ μεγάλο και γιατί βεβαίως οι συνθήκες εξυπηρέτησής του είχαν να κάνουν και με τις συνθήκες και στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως, τώρα βρέθηκε σε συνθήκες πλέον απαγορευτικές. Με απλά λόγια, οι διεθνείς αγορές έκλεισαν. Έκλεισαν τελείως για την Ελλάδα, έκλεισαν τελείως για τις ελληνικές τράπεζες. Και έτσι βρέθηκε η χώρα πολύ κοντά στην στάση πληρωμών, πολύ κοντά στο σημείο της μη επιστροφής. Και εκεί, με ένα πρόβλημα που πλέον δεν ήταν μόνο της Ελλάδας αλλά είχε να κάνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της, με την Ευρωζώνη πιο συγκεκριμένα. Και μπόρεσε να κάνει χρήση ενός μηχανισμού, ο οποίος στήθηκε σε χρόνο μηδέν, παρά τις αντιδράσεις πολλών χωρών, ακριβώς γιατί υπήρξε κατανόηση δύο πραγμάτων. Αφενός ότι η ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις και αφετέρου ότι, αν δεν στηριχθεί η Ελλάδα, κινδύνευε ολόκληρη η Ευρωζώνη.
Έτσι, δημιουργήθηκε ο περίφημος μηχανισμός των 110 δισ. ευρώ και στην συνέχειά του ο ευρωπαϊκός μηχανισμός των 750 δισ. ευρώ. Έτσι, δημιουργήθηκε αυτό το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, που αποτυπώθηκε στο μνημόνιο συνεργασίας της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι πολιτικές τις οποίες σήμερα ακολουθούμε.
Όλοι γνωρίζουμε ότι το πλαίσιο αυτό έχει τρεις διαστάσεις. Και η βασική, η πρώτη, αυτή στην οποία όλοι δίνουμε μεγαλύτερη σημασία, είναι βεβαίως η δημοσιονομική προσαρμογή. Εδώ, η ένσταση ήταν πρώτον «δεν έχετε καταλάβει το πρόβλημά σας». Αποδείξαμε ότι το έχουμε καταλάβει. Δεύτερον, «και να το καταλάβετε, δεν μπορείτε να κάνετε αυτά που πρέπει να γίνουν». Αποδείξαμε ότι μπορούμε. Και τρίτον, ότι «ακόμα και αν καταλάβετε και κάνετε αυτά που πρέπει να κάνετε, πάλι δεν θα καταφέρετε να βγείτε από την δύσκολη θέση στην οποία βρισκόσαστε». Αυτό το τρίτο στοίχημα ακόμα μένει να κερδηθεί.
Όμως κερδίσαμε ήδη τα πρώτα δύο. Τα κερδίσαμε με ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί χώρα της Ευρωζώνης. Ένα πρόγραμμα που, αν βρισκόμουν σε αυτό το βήμα πριν από τρεις και τέσσερις μήνες, χωρίς αμφιβολία θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένος ο άκρατος σκεπτικισμός από όλους σας.
Ένα πρόγραμμα που ανάγκασε την ελληνική Κυβέρνηση να περικόψει μισθούς στο Δημόσιο κατά 15%. Να περικόψει συντάξεις στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα κατά 10%. Να αυξήσει το Φ.Π.Α. σε ένα χρόνο κατά τέσσερις μονάδες. Να αυξήσει τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης κατά περίπου 30% σε ένα χρόνο.
Πράγματα, δηλαδή, που υπό άλλες συνθήκες, προφανώς, και δεν θα ήταν επιλογή μας. Ήταν, όμως, αναγκαίες ακριβώς, για να μπορέσει να υπάρξει ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα, για να ανακτηθεί πιο γρήγορα η εμπιστοσύνη που έχει χαθεί στην ελληνική οικονομία.
Και το ευχάριστο είναι ότι αποτελέσματα υπάρχουν. Το ευχάριστο είναι ότι στο εξάμηνο το έλλειμμα του Προϋπολογισμού έχει μειωθεί κατά 46%, πάνω από τον στόχο που είναι περίπου 40%, κυρίως από τη μείωση των δαπανών και λιγότερο από το σκέλος των εσόδων, που έχουν αυξηθεί, αλλά εξακολουθούν να είναι λίγο κάτω από τον στόχο, όμως με μία πραγματικά δραματική μείωση των δαπανών και των πρωτογενών δαπανών.
Ακούω συχνά ότι τα νούμερα αυτά είναι εικονικά, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι η μείωση των δαπανών είναι μόνο από τις μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις. Με βάση τα τελευταία στοιχεία που έχουμε και επειδή ακριβώς η μείωση των μισθών και των συντάξεων δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί στις δαπάνες του Προϋπολογισμού, στην πράξη η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου είναι κοντά στο 1%. Εκεί που έχει γίνει πραγματική δουλειά είναι στη μείωση των λειτουργικών δαπανών του Δημοσίου. Στη σπατάλη, δηλαδή, του Δημοσίου που έχει μειωθεί πάνω από 50%. Πράγμα που δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες που υπήρχαν μιας πιο ορθολογικής χρήσης των δημοσίων πόρων σε όφελος του πολίτη.
Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι το στοίχημα του Προϋπολογισμού, που είναι ένα από τα πολλά που έχουμε μπροστά μας έχει κερδηθεί. Κίνδυνοι υπάρχουν. Εμείς απλώς λέμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα δεύτερο εξάμηνο, στο οποίο τα έσοδα που είναι σήμερα κάτω από το στόχο, θα επωφεληθούν από το γεγονός ότι, σε σύγκριση με πέρυσι, έχουμε έξι μήνες με το Φ.Π.Α. τέσσερις μονάδες πιο ψηλά από ό,τι ήταν. Με τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης 30% πιο ψηλά από ό,τι ήταν. Με δυνατότητες είσπραξης χρεών από πέρυσι που ακόμα δεν έχουν εισπραχθεί. Έχουμε μπροστά μας έξι μήνες, όπου στο σκέλος των δαπανών θα υπάρχει η ευεργετική επίδραση για τον Προϋπολογισμό των περικοπών που έχουν γίνει στους μισθούς και στις συντάξεις. Στις επιχορηγήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων.
Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας εξελίξεις που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πετύχουμε τους στόχους αυτούς. Κίνδυνοι προφανώς υπάρχουν και είναι εντοπισμένοι. Ξέρουμε τα προβλήματα που υπάρχουν στο χώρο της υγείας, όπου παρά την προσπάθεια που γίνεται εξακολουθούν να υπάρχουν υπερβολικές τιμολογήσεις και υπερβάσεις δαπανών. Ξέρουμε τα προβλήματα που υπάρχουν στις ΔΕΚΟ, στους ΟΤΑ, σε ορισμένα ασφαλιστικά ταμεία. Και είναι και ένας από τους σκοπούς του νέου νομοσχεδίου που φέρνουμε και ψηφίζεται την άλλη εβδομάδα στη Βουλή, το νομοσχέδιο δημοσιονομικής διαχείρισης και ευθύνης: ακριβώς να υπάρξει για πρώτη φορά σε αυτή τη χώρα ένας πιο αυστηρός έλεγχος των δημοσιονομικών της χώρας πέρα από την κεντρική κυβέρνηση σε όλο το φάσμα της γενικής κυβέρνησης.
Όμως, μια Κυβέρνηση και ένας Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος θα στεκόταν ψυχρά στο έλλειμμα του Προϋπολογισμού στο τέλος του χρόνου και στην προοπτική να έχει πιάσει το στόχο του, έτσι ώστε από το 2012 να μπορεί να έρθει μετά το τέλος του 2012 σε πρωτογενή πλεονάσματα, για να αρχίσει επιτέλους να αποκλιμακώνεται ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ, θα ήταν ένας Υπουργός Οικονομικών που έβλεπε μόνο με μεγάλη μονομέρεια το πρόβλημα. Γιατί είναι προφανές ότι αυτό το συμμάζεμα που γίνεται τώρα και αυτές οι οδυνηρές αποφάσεις που πάρθηκαν, που ξέρουμε ότι πολλές δημιουργούν προβλήματα στην αγορά (η αύξηση του Φ.Π.Α. για τέσσερις μονάδες, η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης), αν δεν συνοδεύονταν από ευρύτερες διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν τα δεδομένα, που δίνουν τη δυνατότητα να απελευθερωθούν δυνάμεις, τότε απλώς σε μερικά χρόνια θα ήμασταν πίσω, εκεί από όπου ξεκινήσαμε, και θα κάναμε την ίδια συζήτηση με χειρότερους ίσως ακόμα όρους.
Όμως, οι τελευταίοι έξι μήνες έχουν να δείξουν πάρα πολύ σημαντικά βήματα στο δεύτερο σκέλος αυτού του προγράμματος οικονομικής πολιτικής, που για εμένα είναι και το πιο σημαντικό. Και είναι αυτό των διαρθρωτικών αλλαγών. Ξεκινήσαμε με το αυτονόητο, δημιουργώντας μια ανεξάρτητη Στατιστική Αρχή, για να μπορούμε όλοι να πιστεύουμε στα νούμερα που δίνουμε. Είναι η βάση της αξιοπιστίας της όποιας οικονομικής πολιτικής.
Συνεχίσαμε με ένα νέο φορολογικό πλαίσιο, που αντιμετώπιζε μετά από πάρα πολύ καιρό παθογένειες του φορολογικού μας συστήματος, με μεγαλύτερη ισονομία και δυνατότητα πάταξης, για πρώτη φορά με συγκεκριμένες δράσεις της μεγάλης φοροδιαφυγής, που ξέρουμε πως υπάρχει στη χώρα μας. Και μόνο η αντιμετώπισή της από μόνη της, θα μπορέσει να λύσει ένα από τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού Δημοσίου στο σκέλος των εσόδων.
Συνεχίσαμε με παρεμβάσεις εκτός της αμιγούς οικονομικής πολιτικής, όπως αυτή του «Καλλικράτη». Όπου, για πρώτη φορά, αναδιατάξαμε με τόσο ριζικό τρόπο τον χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μειώνοντας τους δήμους από πάνω από 1000 σε 300 και κάτι και δίνοντας, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα σύμπτυξης και εξαφάνισης χιλιάδων δημοτικών επιχειρήσεων, οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν τον πολίτη αλλά λειτουργούσαν για άλλους λόγους.
Συνεχίσαμε με τη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Μία μεταρρύθμιση που πολεμήθηκε. Μία μεταρρύθμιση, η οποία πολλές φορές στο δημόσιο διάλογο αντιμετωπίστηκε εντελώς άδικα. Ως ξεθεμελίωμα του κοινωνικού κράτους. Μια μεταρρύθμιση, όμως, που είναι βαθύτατα δίκαιη. Γιατί για πρώτη φορά όλοι οι Έλληνες πολίτες, είτε δουλεύουν στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα, αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους. Για πρώτη φορά, παύουν να υπάρχουν πατρίκιοι και πληβείοι στους όρους συνταξιοδότησης. Και μπαίνουν ενιαίοι κανόνες.
Για πρώτη φορά, δεν λειτουργεί ένα ασφαλιστικό σύστημα με μοναδικό του γνώμονα πώς να προχωρήσουμε δύο τρία χρόνια παρακάτω, κάνοντας χάρες στη τάδε ή στη δείνα ομάδα, αλλά μπαίνουν κανόνες που εγγυώνται τη βιωσιμότητα του συστήματος. Καμία άλλη Ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα επιχειρήσει και πετύχει όπως το κάναμε με τις ψηφοφορίες στη Βουλή τις δύο τελευταίες εβδομάδες, μία τέτοιου εύρους ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Μαζί με τις αλλαγές στο εργασιακό, που την ακολούθησαν, μαζί με την σημαντική απόφαση για την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης εργασίας εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων. Μία απόφαση που χαιρετίζω, γιατί δείχνει τη δυνατότητα κοινωνικών εταίρων σε αυτό το σημερινό πολωμένο κλίμα να μπορέσουν να έρθουν σε συνεννοήσεις προς όφελος όλων.
Αρχίζει πλέον και δημιουργείται ένα διαφορετικό κλίμα στην ελληνική οικονομία. Αρχίζει να δημιουργείται ένα διαφορετικό κλίμα και διεθνώς.
Στην εισήγησή του ο κύριος Νανόπουλος αναφέρθηκε στις αξιολογήσεις που έχουμε από το εξωτερικό. Είναι προφανές ότι μετά από πολλούς μήνες, όπου όποιο διεθνές, όποιο ξένο μέσο παρακολουθούσε κάποιος και όποια ξένη εφημερίδα άνοιγε, έβλεπε τις πιο αρνητικές, τις πιο δύστροπες, τις πιο άδικες, αν θέλετε ακόμα, επιθέσεις κατά της χώρας μας, προφανώς δημιουργεί τεράστια ικανοποίηση το γεγονός ότι σήμερα έχουμε πλέον μία μεταστροφή. Ότι σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δ.Ν.Τ. αναγνωρίζουν την προσπάθεια, ότι σήμερα ο Πρόεδρος του Eurogroup λέει ότι η Ελλάδα ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Ότι σήμερα αναλυτές, που μέχρι χθες, μας είχαν ξεγραμμένους και βιάζονταν να προεξοφλήσουν την αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας, βιάζονταν να προεξοφλήσουν την πτώση της Κυβέρνησης, βιάζονταν να προεξοφλήσουν συγκλονιστικές κοινωνικές διεργασίες, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ότι παρά τις δυσκολίες, ακριβώς επειδή ο Έλληνες πολίτες πείθονται για την αναγκαιότητα των αλλαγών, η χώρα προχωράει.
Πέρα όμως από την ικανοποίηση που δημιουργεί ακριβώς αυτή η αντιμετώπιση από τα ξένα μέσα, μεγαλύτερη ικανοποίηση μας δημιουργεί το γεγονός, ότι παρά τις θυσίες, παρά τα προβλήματα, μάς ακολουθούν οι Έλληνες πολίτες.
Πόσες αναλύσεις διαβάσατε για κοινωνική έκρηξη, η οποία θα διαλύσει τα πάντα στη χώρα αυτή. Όποιος αντικειμενικά δει πώς η ελληνική κοινωνία έχει δεχθεί την αναγκαιότητα αυτών των αλλαγών, νομίζω αντιλαμβάνεται την ωριμότητα και τη δύναμη που δίνει αυτό σε όλους μας για να προχωρήσουμε. Γιατί είναι προφανές ότι με τη κοινωνία απέναντι, δεν πας πολύ μακριά. Είναι προφανές ότι όσο δεν πείθεις ότι αυτά που κάνεις είναι προς όφελος και του τελευταίου Έλληνα και της τελευταίας Ελληνίδας και όχι απλώς κάποιων, δεν πας πολύ μακριά.
Και εδώ είναι και το μεγάλο στοίχημα για αυτή τη Κυβέρνηση. Είναι να πείσει ταυτόχρονα ότι υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ. Και αρχίζουμε πια να πείθουμε για αυτό και ότι τα βάρη θα επιμεριστούν με δίκαιο τρόπο. Και εδώ, είναι η μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε για διαφάνεια, η μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε, ώστε σε ένα φορολογικό νομοσχέδιο να υπάρχει μία ισομερής επιβάρυνση. Η μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε για τη πάταξη της φοροδιαφυγής. Μία προσπάθεια που είναι μόλις στο ξεκίνημά της. Για την οποία, όμως, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι η Κυβέρνηση ούτε θα κάνει πίσω, ούτε σκοπεύει να σταματήσει μπροστά σε οποιεσδήποτε πιέσεις, απ’ όπου και αν αυτές προέρχονται.
Κυρίες και κύριοι, όλα αυτά τα οποία λέω τελικά οδηγούν σε μία λέξη και αυτή είναι που πλανάται στην ατμόσφαιρα. Και αυτή είναι που είναι και ο βασικός στόχος, ο τελικός στόχος της οποιασδήποτε Κυβέρνησης. Είναι η ανάπτυξη, είναι η χώρα να ξαναβρεί τη χαμένη της αναπτυξιακή πορεία. Να τη βρει όμως με άλλους όρους απ’ ότι στο παρελθόν. Γιατί είναι προφανές ότι η Ελλάδα έκλεισε ένα αναπτυξιακό κύκλο. Το ξέρουμε όλοι μας, το αναγνωρίζουμε όλοι μας. Κατάφερε με τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, με μία συγκεκριμένη πορεία και συγκεκριμένες επιλογές, να είναι κάποια στιγμή η ταχύτερα αναπτυσσόμενη χώρα στην Ευρωζώνη. Όμως, είναι σαφές πλέον ότι δεν μπορεί να επανέλθει εκεί που ήταν, με τα ίδια παλιά υλικά.
Εδώ, λοιπόν, έχει ξεκινήσει μία πολύ μεγάλη συζήτηση. Μία συζήτηση που ξεκινάει πολλές φορές και από μία λάθος αφετηρία, που λέει «μα πώς θα επανέλθει η ανάπτυξη με τα μέτρα λιτότητας τα οποία παίρνετε»; Η απάντηση είναι ότι η ανάπτυξη είναι, καταρχάς – και εσείς το ξέρετε περισσότερο από οποιονδήποτε -άλλον, ζήτημα εμπιστοσύνης. Οι επιχειρηματίες θα επενδύσουν, όταν αισθάνονται ότι επανέρχεται η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας. Ο καταναλωτής θα καταναλώσει, όταν αισθάνεται ότι υπάρχει μία σταθερότητα. Η εμπιστοσύνη επανέρχεται, όσο οι πολίτες βλέπουν ότι το κράτος παίρνει στα σοβαρά τα δημόσια οικονομικά, όσο μειώνει τα ελλείμματα, όσο ελέγχει το χρέος και όσο βεβαίως κάνει τις μεγάλες αλλαγές. Από εκεί και πέρα, προφανώς, η Κυβέρνηση στηρίζει την διαδικασία αυτής της ανάπτυξης με μία σειρά από συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Πολλές φορές μένουμε σε δύο τρία πράγματα, που είναι, αν θέλετε, και τα πιο προφανή. Οι πόροι από το ΕΣΠΑ, η δυνατότητα ενός νέου αναπτυξιακού νόμου, σημαντικά εργαλεία αλλά όχι από μόνα τους ικανά. Η διαδικασία της ανάπτυξης θα επανέρθει, όταν πάρει μπροστά η ιδιωτική πρωτοβουλία. Και η ιδιωτική πρωτοβουλία θα πάρει μπροστά, όταν καταφέρουμε, με τις παρεμβάσεις που ήδη κάνουμε, να δώσουμε ανάσα στο περιβάλλον, στο οποίο βρισκόμαστε. Να το κάνουμε μέσα από παρεμβάσεις που διευκολύνουν την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που προωθούνται από το Υπουργείο Οικονομίας. Να το κάνουμε με τις απελευθερώσεις των αγορών, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, που παρά το γεγονός ότι αποτελεί υποχρέωσή μας να γίνει το 2011, εμείς θα το κάνουμε πιο νωρίς, γιατί αντιλαμβανόμαστε την σημασία του για την ελληνική οικονομία.
Θα το κάνουμε μέσα από ένα ευρύ πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Όχι με εισπρακτικό κριτήριο, αλλά με μοναδικό γνώμονα να μπορέσουν ιδιωτικά κεφάλαια να λειτουργήσουν, ώστε να αναδιαρθρώσουν και να δώσουν δυναμική σε πολλούς τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Όλοι ξέρουμε τις δυνατότητες της χώρας, το έχουμε αποδείξει στο παρελθόν. Και αυτό που εμένα με χαροποιεί περισσότερο, τον Ιούλιο του 2010, είναι ότι μετά από πολλούς μήνες, αισθάνομαι ότι για πρώτη φορά αρχίζει να αλλάζει η ψυχολογία και βλέπουμε μπροστά με ένα πιο θετικό μάτι.
Αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο η Κυβέρνηση από μόνη της δεν μπορεί να το κάνει. Η Κυβέρνηση, βεβαίως, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, θα δείξει κατά πόσο είναι αποφασισμένη να συνεχίσει. Και σας διαβεβαιώνω ότι είναι. Αλλά από εκεί και πέρα εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό και από όλους εσάς. Από τις πρωτοβουλίες που παίρνετε μέσα σε ένα περιβάλλον που είναι δύσκολο. Που ξέρουμε ότι δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη. Που ξέρουμε ότι, δυστυχώς, περιορίζεται από μία Δημόσια Διοίκηση με τις γνωστές δυσλειτουργίες, τις γνωστές αγκυλώσεις. Μία Δημόσια Διοίκηση που προσπαθούμε με γρήγορα βήματα να αλλάξουμε, βάζοντας κανόνες διαφάνειας, αλλά και αλλάζοντας συγκεκριμένες δομές. Για παράδειγμα, στον χώρο της φορολογίας, που ξέρουμε πόσο ταλαιπωρεί την επιχείρηση, αλλά και τον απλό Έλληνα πολίτη, μετά από το πρώτο φορολογικό νομοσχέδιο με τις αλλαγές της πολιτικής, θα προχωρήσουμε τον Σεπτέμβριο σε ένα δεύτερο νομοσχέδιο αλλαγής του φορολογικού πλαισίου. Μετά από εξαντλητική συζήτηση με ξένους ειδικούς, μετά από συζήτηση για να μπορέσουμε να φτιάξουμε ένα πλαίσιο, μία δομή που θα διευκολύνει τις επιχειρήσεις και θα εξυπηρετεί καλύτερα τον πολίτη.
Κυρίες και κύριοι, θέλω να ολοκληρώσω την σύντομη αυτή παρέμβαση με μερικά λόγια για το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παραδοσιακά, στην χώρα μας, οι τράπεζες αποτέλεσαν μία από τις πιο σημαντικές ατμομηχανές της ανάπτυξης. Αν δούμε λίγο πίσω, θα δούμε ότι, όταν άνοιξε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όταν απελευθερώθηκε από τα δεσμά που είχε, λειτούργησε πολλαπλασιαστικά για την οικονομία. Μπόρεσε να χρηματοδοτήσει τις επιχειρήσεις, μπόρεσε ακόμα και με υπερβολές – και δυστυχώς υπήρξαν – να χρηματοδοτήσει την πιστωτική επέκταση. Μπόρεσε να δώσει στην οικονομία τα πόδια που χρειαζόταν, για να τρέξει πιο γρήγορα.
Σήμερα, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε μία δύσκολη και κρίσιμη καμπή. Όχι επειδή είχε τα ίδια προβλήματα με τις τράπεζες σε άλλες χώρες. Οι ελληνικές τράπεζες δεν επένδυσαν σε τοξικά ομόλογα. Οι ελληνικές τράπεζες βγήκαν σχετικά αλώβητες από την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Όμως, σήμερα δέχονται όλο το έλλειμμα αξιοπιστίας που έχει η χώρα μας, πάνω τους. Οι διεθνείς διατραπεζικές αγορές είναι κλειστές για αυτές. Και σήμερα, μπορούν να λειτουργήσουν και να εξακολουθήσουν – όσο το κάνουν, μακάρι να το έκαναν περισσότερο – να χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία μέσα από την ρευστότητα που τους παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και μέσα από το εργαλείο που έχει δημιουργήσει η ελληνική Πολιτεία και την επέκταση του πυλώνα των εγγυήσεων που βοηθούν τις τράπεζες να συνεχίσουν να έχουν ρευστότητα.
Είναι προφανές ότι στο νέο περιβάλλον που βρισκόμαστε, αυτού του είδους η πορεία έχει μια ημερομηνία λήξης. Είναι προφανές ότι και μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής, για τα επόμενα τρία χρόνια, όπου η τρίτη διάσταση είναι η στήριξη του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας προς όφελος της ελληνικής οικονομίας στο σύνολο της, ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές.
Το έχουμε πει πολλές φορές. Ξέρουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν μπροστά τους τα περίφημα, τις δοκιμασίες αντοχής, τα «stress test». Είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσουν να περάσουν αλώβητες από αυτές τις δοκιμασίες και να αντιμετωπίσουν έτσι το μέλλον που διαγράφεται μπροστά τους. Η Ελλάδα πήρε μια απόφαση που είναι ότι να πάει ορισμένα βήματα παραπέρα από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, στις οποίες η απόφαση για τα «stress test» ήταν να συμμετάσχουν τράπεζες που συνολικά σε κάθε χώρα είναι το 55% της αγοράς. Στην Ελλάδα, όλες οι μεγάλες οι ελληνικές τράπεζες που είναι το 90% της συνολικής αγοράς, θα περάσουν από αυτή τη δοκιμασία και θα βγουν πιο δυνατές από αυτή. Και για να μπορέσουμε να στηρίξουμε αυτή τη διαδικασία, δημιουργήσαμε και με τη βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων μας, και το ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο ψηφίστηκε από τη Βουλή πριν από μερικές μέρες και το οποίο είναι έτοιμο να λειτουργήσει και να στηρίξει οποιαδήποτε τράπεζα χρειαστεί βοήθεια στο πλαίσιο αυτό.
Τις τελευταίες μέρες έχει ανοίξει ένας πολύ μεγάλος δημόσιος διάλογος για τις επόμενες κινήσεις στον τραπεζικό τομέα. Άνοιξε με μια μεμονωμένη πρόταση που απευθύνθηκε προς το Ελληνικό Δημόσιο και στις συμμετοχές του σε δύο τράπεζες. Είναι μια συζήτηση, την οποία η ίδια η Κυβέρνηση έχει προκαλέσει. Θα με έχετε ακούσει επανειλημμένα, και βεβαίως πάνω από όλα τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, να μιλά για την ανάγκη κινήσεων. Να ξεμπλοκάρουμε το σύστημα, να γίνουν αναδιαρθρώσεις, αναδιατάξεις στο σύστημα.
Κάθε πρόταση που δεχόμαστε, όπως αυτή την οποία λάβαμε, την εξετάζουμε με πολύ μεγάλη προσοχή. Την εξετάζουμε με βάση ορισμένα πολύ απλά κριτήρια. Τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος, τη διαφύλαξη της βιωσιμότητας των τραπεζών, στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο έχει μερίδια, την βιωσιμότητα και το μέλλον συνολικά του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και βεβαίως τι είναι το πιο συμφέρον για την ελληνική οικονομία συνολικά.
Κάθε παρόμοια πρόταση, όπως και αυτή, την εξετάζουμε με απόλυτη διαφάνεια, με διαδικασίες ανοιχτές για όλους και με διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η ελληνική Κυβέρνηση σέβεται την εντολή που πήρε και σέβεται το πλέγμα το θεσμικό μέσα στο οποίο κινείται. Όχι απλώς για να μην μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική για τον τρόπο, αλλά πάνω από όλα, γιατί αυτό είναι η βασική αρχή, με την οποία πορευόμαστε όλους αυτούς τους μήνες και η βασική αρχή με την οποία θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε.
Κυρίες και κύριοι, κλείνω λέγοντας ότι εννιά μήνες μετά τις τελευταίες εκλογές, τέσσερις μήνες μετά από το σημείο μηδέν της ελληνικής οικονομίας, νομίζω πως όλοι μας μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε πιο αισιόδοξοι. Όχι μέσα από μια βολονταριστική προσπάθεια να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι τελικά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, αλλά γιατί έχει γίνει μια δουλειά. Έχει γίνει μια πολύ σημαντική δουλειά, όλους αυτούς τους μήνες, με όλες τις καθυστερήσεις, με όλες τις αστοχίες, με όλα τα λάθη που σίγουρα έχουν γίνει και αυτά. Δεν μπορεί να αλλάξει κάποιος το ελληνικό κράτος μέσα σε εννιά μήνες. Μπορεί, όμως, μέσα σε εννιά μήνες να κάνει κοσμογονικές αλλαγές, όπως πολύ σωστά διαπιστώθηκε και όπως πιστεύουμε ότι όλοι βλέπετε.
Αν συνεχίσουμε με αυτό το ρυθμό, αν επιταχύνουμε την προσπάθειά μας εκεί που χρειάζεται, αν δεν σταματήσουμε, αν δεν διστάσουμε, αν δεν φοβηθούμε – και σας διαβεβαιώνω ότι δεν θα φοβηθούμε και δεν πρόκειται να υπολογίσουμε ποτέ το λεγόμενο πολιτικό κόστος που δεν είναι τίποτα άλλο από μια όμορφη έκφραση για να καλύπτεις τις αδυναμίες σου – είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι από την εικόνα που είχε η χώρα μας, πριν από μερικούς μήνες (μια εικόνα στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων εμφανιζόταν ως μια χώρα χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον, χωρίς δυνατότητες) θα είμαστε μια χώρα υπόδειγμα, όπως ήδη αρχίζει δειλά-δειλά να φαίνεται σε λίγους μήνες και στα επόμενα χρόνια. Μια χώρα η οποία ξεκίνησε από εξαιρετικά δύσκολη αφετηρία, η οποία πήρε τις αποφάσεις της, τις πήρε μαζί με τους πολίτες και καταφέρνει να συνεχίζει πείθοντας τους πολίτες για την αναγκαιότητα δύσκολων αποφάσεων και ανοίγει νέους δρόμους ανάπτυξης, επενδύσεων και θέσεων εργασίας.
Και σε αυτήν την πορεία, βέβαια, όλοι εσείς εδώ είστε κρίσιμος παράγοντας. Είσαστε αυτοί με τους οποίους θέλουμε να δουλέψουμε, για να μπορέσουμε να πάει η χώρα μπροστά.
Ευχαριστώ πολύ.