Ομιλία στο συνέδριο του Economist

Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 30 Απριλίου, 2010

«What is shaping the global agenda?»

Κυρίες και κύριοι, παρόμοιες ομιλίες ξεκινούν με μία κοινοτοπία που λέει ότι είμαστε σε μία κρίσιμη καμπή για τη χώρα. Έχω την αίσθηση πως, σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, αυτή η κοινοτοπία είναι πραγματικότητα.

Η χώρα είναι πράγματι σε μία κρίσιμη καμπή, μπροστά σε πολύ μεγάλες αποφάσεις. Αποφάσεις που θα καθορίσουν όχι απλώς τους επόμενους μήνες, αλλά τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες γενιές.

Η Ελλάδα, το 2010, βρέθηκε σε μία μοναδική συγκυρία. Βρέθηκε να αντιμετωπίζει ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα κι ένα δυσβάσταχτο χρέος. Βρέθηκε να αντιμετωπίζει ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και να γίνεται πιο έντονη από ποτέ η ανάγκη για ριζικές αλλαγές, μεγάλες τομές. Και βρέθηκε να αντιμετωπίζει κάτι, το οποίο είχε καιρό να ζήσει, ένα τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας απέναντι σε όλους τους Ευρωπαίους εταίρους και στις διεθνείς αγορές.

Προφανώς, το θέμα του ελλείμματος και του χρέους δεν είναι χθεσινό. Έχει να κάνει με πολιτικές πολλών ετών. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι, όταν η χώρα μας είχε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δεν φρόντισε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι, για πολύ καιρό, ζούσαμε στην κόψη του ξυραφιού, με ένα χρέος που υποχωρούσε ως ποσοστό του ΑΕΠ πολύ σταδιακά, εξαιτίας των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, αλλά με λίγη βοήθεια από την πραγματική μείωση των δαπανών στο δημόσιο τομέα και από πραγματικές αυξήσεις στα έσοδα από μία διεύρυνση φορολογικής βάσης.

Αυτή η λεπτή ισορροπία για τη χώρα, κάποια στιγμή, διαταράχθηκε. Διαταράχθηκε, εν μέρει εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής κρίσης και κυρίως θα έλεγα, εξαιτίας συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Περάσαμε μία διετία, όπου αυτός ο οριακός δρόμος τον οποίο ακολουθούσαμε, σταμάτησε να είναι πλέον βιώσιμος. Μία διετία στην οποία τα ελλείμματα εκτοξεύθηκαν πέρα από κάθε προσδοκία και σε όλους τους αναλυτές φάνηκε ότι η πορεία του χρέους, όπως πηγαίνει πια, δεν είναι βιώσιμη. Φάνηκε ότι, αν δεν γίνουν γρήγορες σοβαρές διορθώσεις, ο όρος τους χρέους ως προς το ΑΕΠ θα εκτιναχθεί και θα ξεφύγει πέρα από κάθε δυνατότητα ελέγχου.

Η λύση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας περνάει από σημαντικές αποφάσεις που έχουν να κάνουν με το τι είδους δημόσιο τομέα θέλουμε, πώς αντιλαμβανόμαστε το μέγεθός του, τις αποδοχές, τον τρόπο με τον οποίο ενισχύει το κράτος τα ασφαλιστικά ταμεία, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού μας συστήματος, πώς επιδοτούμε διάφορες δημόσιες επιχειρήσεις. Περνά, επίσης, από την αντίληψη που έχουμε για ένα φορολογικό σύστημα, το οποίο δεν μένει στενά μέσα στα όρια των γνωστών υπόπτων. Που τολμάει να πάει εκεί που, για χρόνια, ξέρουμε πολύ καλά πώς θα έπρεπε να πάει αλλά δεν το κάνουμε. Να κυνηγήσει αυτούς που δεν πληρώνουν, να κυνηγήσει αυτούς οι οποίοι ξεκάθαρα φοροδιαφεύγουν και έχουν έναν διάχυτο πλούτο που ξέρουμε ότι υπάρχει στη χώρα μας, αλλά μένει εκτός του πλαισίου της φορολογικής αρχής.

Ακριβώς για να αντιμετωπίσουμε, λοιπόν, αυτό το δημοσιονομικό πρόβλημα, η Κυβέρνηση ξεκίνησε, πάρα πολύ γρήγορα, να κάνει έναν προϋπολογισμό με ριζική μείωση δαπανών. Ξεκίνησε και πέρασε πρόσφατα μια φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι η πιο σημαντική που έχει γίνει, για πάρα πολλά χρόνια, στην Ελλάδα. Ξεκίνησε να βάζει τις βάσεις για μία νέα δημοσιονομική πορεία, η οποία συνδέει στόχους με αποτελέσματα, δεν θεωρεί ότι οι δαπάνες θα πρέπει να συνεχίζουν ανεξέλεγκτα, επιχειρεί να ελέγξει το κόστος του Δημοσίου, τον αριθμό των ανθρώπων στο Δημόσιο, το πόσο αυξάνονται συνολικά οι αποδοχές τους, το πόσο συνολικά δαπανάμε ως κράτος και πού, και τι επιστρέφει τελικά πίσω στον πολίτη.

Είναι μία διαδικασία που, συνήθως, δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Όμως, έξι μήνες μετά, ως Υπουργός υπεύθυνος για ένα μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς, μπορώ να πω ότι έχουμε κάνει πάρα πολύ σημαντικά βήματα. Βήματα, όμως, που στο δρόμο φάνηκε ότι δεν αρκούν, δεν φτάνουν. Γιατί τελικά το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, από αυτό το οποίο φανταζόμαστε. Όχι, απλώς επειδή το έλλειμμα του 2009, τελικά, ήταν ακόμα μεγαλύτερο από αυτό που αποκαλύφθηκε τον περασμένο Οκτώβριο και Νοέμβριο. Αλλά και γιατί ο χρόνος τον οποίο έχουμε στη διάθεσή μας είναι τελικά πολύ μικρότερος από αυτόν που πιστεύαμε.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα το οποίο κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε είναι ένα χρόνιο πρόβλημα. Το γεγονός ότι η Ελλάδα παράγει αγαθά, τα οποία δεν απορροφώνται από τις ξένες αγορές και έχει μία τεράστια έφεση στις εισαγωγές. Αυτή η σημαντική ανισορροπία σε μία κοινή νομισματική Ένωση δεν μπορεί να διατηρείται επ’ άπειρο. Δεν μπορεί μία χώρα να έχει ένα κοινό νόμισμα με άλλες χώρες και αυτή η χώρα να διατηρεί διψήφια ποσοστά στο έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών της. Απλά δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα πρέπει να κάνει την προσαρμογή και η προσαρμογή θα είναι επίπονη και θα είναι δύσκολη. Προσαρμογή, για να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί στις εξαγωγές μας, και για να σταματήσει η  μεγάλη εξάρτηση που έχουμε από τις εισαγωγές.

Αυτή η προσαρμογή έχει να κάνει με πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα. Έχει να κάνει μ? ένα θεσμικό πλαίσιο, με τη γραφειοκρατία, με τη λειτουργία του κράτους. Έχει να κάνει με το πώς προσελκύουμε ή διώχνουμε τις ξένες επενδύσεις, με το πώς χωροθετούμε, με τις αδειοδοτήσεις. Έχει να κάνει με τη σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, με τις εργασιακές σχέσεις, με το κόστος εργασίας. Όλα αυτά τα ζητήματα, τα οποία καλούμαστε σήμερα να αντιμετωπίσουμε, με ένα πολύ καθαρό τρόπο. Και να τα αντιμετωπίσουμε τώρα.

Και το τρίτο μεγάλο ζήτημα, το οποίο περιπλέκει την κατάσταση και είναι αυτό το οποίο μας έφερε σήμερα στο σημείο μηδέν, είναι αυτό το έλλειμμα αξιοπιστίας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ασκήσεις οικονομική πολιτική, όταν γύρω σου δεν πιστεύουν τους αριθμούς που τους δίνεις και δεν πιστεύουν ότι αυτά τα οποία εξαγγέλλεις θα τα κάνεις. Αυτό το τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας το αντιμετώπισα προσωπικά, ως Υπουργός Οικονομικών, από την πρώτη μου έξοδο εκτός της χώρας, με την επίσημη ιδιότητά μου. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι η χώρα δεν έδινε τα σωστά στοιχεία στους εταίρους της και έχει να κάνει με μία ιστορία προϋπολογισμών και Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που δεν εκτελούνταν και εντέλει δεν οδηγούσαν πουθενά. Και προφανώς με την αδυναμία των εταίρων μας να πουν ότι «ωραία, υπάρχει ίσως μία καινούργια Κυβέρνηση, που θέλει να κάνει κάποια διαφορετικά πράγματα».

Αυτή η τεράστια δυσπιστία μας έκλεισε το παράθυρο του χρόνου. Αυτό που θα χρειαζόμασταν, για να βάλουμε μπροστά τις πραγματικές αλλαγές, για να κάνουμε τις αλλαγές στη φορολογία, στον προϋπολογισμό, στον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να βοηθήσουμε την επιχειρηματικότητα, στον τρόπο που λειτουργεί το κράτος.

Και ο χρόνος συμπιέστηκε, ιδιαίτερα γιατί είμαστε και σε μία ειδική περίοδο διεθνώς, στην οποία το ελληνικό πρόβλημα έρχεται να προστεθεί στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές πρόβλημα. Βγαίνουμε από μια κρίση στην οποία τα ελλείμματα και τα χρέη σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και πολύ πέρα απ? αυτές, είναι πρωτόγνωρα. Μέσα σε δύο μόνο χρόνια, το σύνολο της Ευρωζώνης αύξησε το λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες, χάνοντας ό,τι είχε κατακτήσει μέσα από δύσκολες πολιτικές τα προηγούμενα 10-20 χρόνια. Και μέσα σε αυτή την πολύ πιο δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση για όλους, προφανώς ανταγωνίζεσαι με τους άλλους για την πρόσβασή σου στις διεθνείς αγορές.

Και το ερώτημα το οποίο τίθεται από τους δανειστές είναι: «γιατί να δανείσω εσένα και όχι κάποιον άλλο. Με τι όρους να δανείσω εσένα, όταν έχεις τα προβλήματα αξιοπιστίας, όταν βλέπω και υπολογίζω το δημοσιονομικό σου πρόβλημα και όταν βλέπω ότι έχεις ένα τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας».

Σε αυτά θα προσθέσω, βέβαια, και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι διεθνείς αγορές. Όχι ορθολογικά, με ένα πολύ στενό βλέμμα πολύ συχνά και με ξεκάθαρες κινήσεις με σκοπό το βραχυπρόθεσμο κέρδος και όχι την μακροπρόθεσμη απόδοση. Δεν είναι όλοι οι επενδυτές εκπρόσωποι ασφαλιστικών ταμείων ή επενδυτικών κεφαλαίων, που στόχο έχουν την μακροχρόνια απόδοση. Πολλοί μπαίνουν στην αγορά και ποντάρουν, είτε ότι η χώρα θα πτωχεύσει, είτε ότι, εν πάση περιπτώσει, μπορούν μέσα σε μερικές εβδομάδες να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη τους και να ξαναβγούν.

Αυτό είναι το εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον, μέσα στο οποίο βρέθηκε η χώρα μας. Και τι κάναμε γι? αυτό; Κάναμε τα εξής πράγματα. Καταρχάς, από την πρώτη στιγμή, αναγνωρίσαμε το δημοσιονομικό αλλά και το ευρύτερο πρόβλημα. Το αναγνωρίσαμε αρχικά μέσα από έναν προϋπολογισμό και στη συνέχεια μέσα από ένα Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο ομόφωνα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε. Το οποίο στη συνέχεια ενδυναμώσαμε με επιπλέον μέτρα και επιπλέον δεύτερα μέτρα, όταν πλέον φάνηκε ότι παρά την πολιτική έγκρισή του οι αγορές ζητούσαν κάτι παραπάνω.

Και προετοιμαστήκαμε με έναν άλλο τρόπο. Βλέποντας τη δυσκολία, παλέψαμε, για να δημιουργήσουμε κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν στην Ευρώπη. Έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της Ευρωζώνης και άρα κατ? επέκταση των οικονομιών που βρίσκονται σε δυσκολία. Αρκεί αυτές οι οικονομίες να κάνουν αυτά που πρέπει.

Ήταν το κομμάτι που έλειπε από το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Και κατά μία συγκυρία της μοίρας, η Ελλάδα ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί. Βεβαίως, αυτό το οποίο λέω δεν είναι απαραίτητα αποδεκτό από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Πολλές θα σας πουν ότι ο μηχανισμός αυτός στήριξης δημιουργήθηκε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, της συγκεκριμένης χώρας που δεν έκανε καλά τη δουλειά της.

Στην πράξη όμως είναι ένα συμπλήρωμα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όλοι έχουμε παρακολουθήσει την πορεία των τελευταίων μηνών. Όλοι είδαμε τη δυσκολία να αναπτυχθεί αυτός ο μηχανισμός. Εμείς, απ? την αρχή, είχαμε πει ότι μπροστά σε αγορές που δεν σε πιστεύουν, και στο βαθμό που μια χώρα αναλαμβάνει τις ευθύνες της, πρέπει να υπάρχει μια συλλογική κοινοτική αλληλεγγύη. Όχι για να πληρώνει λιγότερα η Ελλάδα στις διεθνείς αγορές. Αλλά για να μην κινδυνεύσει το κοινό μας νόμισμα.

Αυτή, όμως, η προφανής λογική άργησε να περάσει και να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες πράξεις και πολιτικές. Χρειάστηκε ένα Συμβούλιο Κορυφής που ενέκρινε την ιδέα, ένα δεύτερο Συμβούλιο Κορυφής που την έκανε πιο συγκεκριμένη, μία Σύνοδος Υπουργών Οικονομικών που τα έβαλε κάτω και είπε τους όρους του μηχανισμού στήριξης. Και ευτυχώς, αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αυτό το εργαλείο.

Θέλω όλοι να σκεφτούμε, πού θα βρισκόταν αυτή η χώρα, αν δεν είχε δημιουργηθεί αυτός ο μηχανισμός στήριξης. Πού θα βρισκόμασταν, σήμερα – όχι μόνο σε σχέση με το ζήτημα του δανεισμού το Μάιο, που είναι γνωστό σε όλους, αλλά και σε σχέση με τις αμφιβολίες για τη δυνατότητα της Ελλάδας να ελέγξει το χρέος της σε μεσοπρόθεσμη βάση – αν αυτός ο μηχανισμός δεν ήταν εκεί, έτοιμος να ενεργοποιηθεί.

Ευτυχώς υπάρχει. Εδώ και μερικές εβδομάδες άτυπα και από την περασμένη Παρασκευή με τυπικό τρόπο, αφότου η ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε την ενεργοποίηση του μηχανισμού, βρισκόμαστε σε μία διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την ΕΚΤ, με το ΔΝΤ, ακριβώς για να μπορέσουμε να στηρίξουμε τη χρηματοδότηση μέσα απ? αυτό το μηχανισμό σε ένα στέρεο οικονομικό πρόγραμμα τριετίας. Ένα οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο δεν γράφεται εκ του μηδενός, αλλά παίρνει ως βάση του τις δεσμεύσεις που ήδη έχουμε αναλάβει στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Όμως, ένα οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο αναγνωρίζει και τη νέα πραγματικότητα. Αναγνωρίζει το γεγονός ότι, αν μιλούσαμε πριν από δύο βδομάδες ή δύο μήνες, τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά και τα ποσά τα οποία διακινούνται – τα οποία δεν θα επαναλάβω σήμερα – θα ήταν πολύ μικρότερα. Άρα, και η ανάγκη ενεργειών εκ μέρους της Ελλάδας θα ήταν πολύ μικρότερη.

Αλλά σήμερα είμαστε εδώ. Και εδώ που είμαστε, η ευθύνη μίας Κυβέρνησης είναι πάρα πολύ απλή. Είναι να κάνει ό,τι πρέπει, για να σώσει τη χώρα. Και αυτό κάνουμε. Εκπονούμε ένα τριετές πρόγραμμα της μεγαλύτερης δημοσιονομικής προσαρμογής, που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Μίας δύσκολης προσαρμογής, στην οποία όλοι θα κληθούν να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια. Μίας προσαρμογής στην οποία κάνουμε ό,τι μπορούμε, για να μπορέσουμε να προστατέψουμε τους πιο αδύνατους και να δώσουμε προοπτική. Μίας δημοσιονομικής προσαρμογής που συνοδεύεται από διαρθρωτικά μέτρα, που αφορούν το κράτος, τη φορολογία στον προϋπολογισμό, την αγορά εργασίας, την αγορά προϊόντων, το άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, την αλλαγή στο συνταξιοδοτικό. Και ένα πρόγραμμα μέσα απ? το οποίο γίνεται σαφές ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα είναι θωρακισμένο από τις όποιες επιθέσεις και από τα όποια τυχόν προβλήματα μπορεί να βρει στο δρόμο του. Αυτό διαπραγματευόμαστε και είμαστε πολύ κοντά σε μία τελική συμφωνία.

Ελπίζουμε τις επόμενες μέρες να κλείσουμε όλη αυτή τη διαπραγμάτευση και έτσι να ανακοινωθούν ταυτόχρονα τα βασικά στοιχεία αυτού του προγράμματος, αλλά και όλος ο χρηματοδοτικός μηχανισμός, έτσι ώστε να μην έχει – όπως είμαι απολύτως σίγουρος ότι δεν θα έχει – η Ελλάδα κανένα πρόβλημα δανεισμού άμεσα. Αλλά ακόμη περισσότερο, να έχει την άνεση, χωρίς το καθημερινό άγχος των διακυμάνσεων των διεθνών αγορών, για να μπορέσει να βάλει μπροστά τις μεγάλες αλλαγές για τις οποίες αυτή η Κυβέρνηση εκλέχθηκε.

Γιατί παρά τις δυσκολίες και παρά το γεγονός ότι σήμερα καλούμαστε να κάνουμε πολύ δύσκολα πράγματα, εμείς παραμένουμε σαφείς σε ένα πράγμα. Εκλαμβάνουμε την εντολή που έχουμε πάρει ως μία εντολή ριζικών αλλαγών. Και δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω. Δεν πρόκειται να υπολογίσουμε κανένα πολιτικό κόστος.

Και χρησιμοποιώντας την έκφραση που χρησιμοποίησε πριν από μερικές μέρες ο Πρωθυπουργός της χώρας, «ή τώρα ή ποτέ». Η χώρα έχει ανάγκη μεγάλων αλλαγών. Οι πολίτες θα στηρίξουν τις μεγάλες αλλαγές, θα μας στηρίξουν, αρκεί να ξέρουν δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι οι κόποι και οι θυσίες ? γιατί θα υπάρχουν ? δεν θα πάνε χαμένοι. Και αυτό μπορούμε να το εγγυηθούμε. Και το δεύτερο είναι ότι οι όποιες προσαρμογές γίνουν, θα γίνουν κρατώντας πάντα κάτι στο επίκεντρο της πολιτικής: να προσπαθήσουμε να προστατέψουμε τους πιο ευάλωτους, να προσπαθήσουμε να δημιουργηθεί ένα κοινωνικό δίκτυ ασφάλειας, το οποίο δεν θα οδηγήσει σε μία κοινωνία με μεγαλύτερες ανισότητες και με μεγαλύτερη περιθωριοποίηση. Αυτό είναι βασικό στοιχείο των πολιτικών μας, του προγράμματός μας. Και δεν θα το εγκαταλείψουμε, ακόμα και στην πιο δύσκολη οικονομική συγκυρία.

Και κανένας δεν πρέπει να συγχέει δύο πράγματα. Κανένας δεν πρέπει να συγχέει τη βούλησή μας, να συγκρουστούμε με όποιες κατεστημένες νοοτροπίες χρειάζεται, με όποια μικρά και μεγάλα συμφέροντα χρειάζεται, για να πετύχουμε τον εθνικό στόχο, την ανασυγκρότηση της χώρας, υγιή δημόσια οικονομικά και μια βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία, που διασφαλίζει κοινωνική δικαιοσύνη για όλους τους Έλληνες πολίτες.

Ευχαριστώ πολύ.

Ο σχολιασμός είναι κλειστός προς το παρόν, αλλα μπορείτε να το επισημάνετε απο τον ιστοχώρο σας.
Το παρόν άρθρο ανήκει στις κατηγορίες Ομιλίες, Υπουργός και συνοδεύεται απο τις ετικέτες .