Απάντηση στην επερώτηση Δεκατεσσάρων Βουλευτών του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, σχετικά με τις Διεθνείς Οικονομικές πιέσεις προς τη χώρα μας

Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 19 Μαρτίου, 2010

Κυρία και κύριοι Βουλευτές του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, πράγματι, η χώρα μας έχει δεχθεί μια έντονα αρνητική δημοσιότητα στα διεθνή μέσα με αφορμή την οικονομική και, κυρίως, τη δημοσιονομική της κατάσταση, με αφορμή την κατάσταση των δημοσιονομικών στατιστικών της, με αφορμή τις διαδοχικές αποτυχίες των τελευταίων χρόνων, να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχει θέσει.

Πολύ συχνά βρίσκεται στο επίκεντρο αρνητικών δημοσιευμάτων και αναφορών, που επιδεινώνουν την ήδη πληγωμένη αξιοπιστία μας, ως χώρα και ως οικονομία. Αρνητικές αναφορές στην Ελλάδα, που επηρεάζουν -βέβαια δεν ευθύνονται, αλλά επηρεάζουν σίγουρα- τις εξελίξεις στις αγορές ομολόγων και στο κόστος δανεισμού της χώρας.

Είναι αυτή η εικόνα που παρουσιάζεται, μια εικόνα που ταιριάζει στη χώρα μας; Προφανώς, όχι. Είναι αυτή μία κατάσταση που αντέχουμε ως χώρα; Επίσης, προφανώς, όχι. Είναι λόγος για να αντιδράσουμε έντονα, να κινηθούμε, για να ανατρέψουμε αυτήν την εικόνα; Προφανώς, ναι και αυτό ακριβώς κάνουμε.

Αυτό κάνουμε, δουλεύοντας πολύ εντατικά προς όλες τις κατευθύνσεις για την αποκατάσταση του ονόματος της χώρας μας στο διεθνές περιβάλλον, για την αποκατάσταση του κύρους, της αξιοπιστίας της χώρας που είναι πια τρωτή από τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, από το 2004 μέχρι και τώρα μάλιστα, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα της προηγούμενης Κυβέρνησης.

Θυμίζω ότι στις 2 Οκτωβρίου, μερικές μέρες πριν τις εκλογές, η προηγούμενη Κυβέρνηση έκανε την τραγική για τη χώρα επιλογή να στείλει δεδομένα, στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, που απέκρυπταν το πραγματικό μέγεθος του ελλείμματος. Ήταν η τελευταία πράξη σε μια σειρά αστοχιών, ανεύθυνων πράξεων, παραλείψεων, αλλά και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, σε βάρος του ονόματος, του κύρους και της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, γενικότερα.

Ήταν η τελευταία πράξη σε μια εξαετή διαδρομή, που οδήγησε τη χώρα μας από την εικόνα που είχε στον κόσμο το 2004, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα έργα, την ανάπτυξη, σε μία εικόνα του «μαύρου» πρόβατου, του μεγάλου προβλήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια Ελλάδα που παρακολουθείται από τα διεθνή μέσα και τις διεθνείς αγορές, όσο καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Ελλάδα που γίνεται πρωτοσέλιδο σε παγκόσμιας κυκλοφορίας εφημερίδες, με αρνητικές αναφορές για ειδήσεις, που σε άλλες συνθήκες δεν θα απασχολούσαν καν τις ελληνικές εφημερίδες.

Είναι, λοιπόν, σήμερα, τα διεθνή μέσα και οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το βλέμμα στραμμένο προς την Ελλάδα. Αυτή την φορά, όχι γιατί δεν πιστεύουν τα μάτια τους για το θαύμα της Ελλάδας, όπως έκαναν το 2004, αλλά γιατί απλώς, δεν πιστεύουν τους Έλληνες. Φοβούνται ότι, για άλλη μια φορά, η Ελλάδα και οι Έλληνες θα τους κοροϊδέψουν, όπως έκαναν τα τελευταία πέντε χρόνια. Φοβούνται ότι το ελληνικό κράτος δεν θα καταφέρει να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα, αφού επί πέντε χρόνια έγραφε και στη συνέχεια έστελνε Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τα οποία επί πέντε χρόνια απέτυχε απολύτως να εφαρμόσει. Φοβούνται ότι δεν θα καταφέρει να διαχειριστεί τα ελλείμματα του, δεν θα καταφέρει να μειώσει το έλλειμμα, δεν θα καταφέρει να ελέγξει το χρέος. Και βέβαια, οι επενδυτές, που κρατούν ελληνικά ομόλογα, φοβούνται ότι θα χάσουν τα χρήματά τους.

Δυστυχώς, η επιτήρηση, στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, δεν είναι απλώς τριπλή. Δεν είναι, δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και με την τεχνογνωσία του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Είναι τετραπλή, γιατί πιο αυστηρή επιτήρηση από όλους ασκείται από τις διεθνείς αγορές, από τους πιστωτές και τους εντολοδόχους τους.

Σίγουρα, όλα αυτά έχουν μία πολύ μεγάλη δόση υπερβολής. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Και μέσα σε όλα αυτά, προφανώς πολλοί επωφελούνται, κερδοσκοπούν σε βάρος της χώρας. Έχουμε αναφερθεί σ’ αυτό πάρα πολλές φορές και έχουμε κινήσει και διαδικασίες και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας και, βεβαίως, παίζουν παιχνίδια και ευρύτερα σε βάρος του ευρώ. Δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Τροφοδοτούν πρόσθετες επιθέσεις. Μέσα σ’ ένα φαύλο κύκλο, έχουμε ειδήσεις που ανεβάζουν τα spreads, η άνοδος των spreads γίνεται είδηση, η οποία παράγει περαιτέρω ειδήσεις κ.ο.κ. Είδαμε, χθες, για παράδειγμα, πώς μία ανύπαρκτη είδηση περί υποτιθέμενης προσφυγής της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το τριήμερο του Πάσχα -εμείς σκοπεύουμε να σουβλίζουμε αρνί εκείνο το τριήμερο- είχε ως αποτέλεσμα την εκτίναξη των spreads μέσα σε μία ημέρα, σε πρωτόγνωρα επίπεδα.

Πολύ σωστά, αναφερθήκατε στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει πρόβλημα. Δεν είναι η μόνη που βρίσκεται σε δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση. Κι όσο περνάει ο καιρός, βλέπουμε και κραταιές χώρες να έχουν σημαντικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Το χρέος έχει ανέβει συνολικά πάρα πολύ για την Ευρωζώνη.

Όμως, δυστυχώς, από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης και από όλες τις χώρες που έχουν υπογράψει το Σύμφωνο Σταθερότητας, μόνο η Ελλάδα είναι αυτή που δεν καταφέρνει να περιορίσει τα ελλείμματα της και συστηματικά, από το 2004 έχει υπερβολικό έλλειμμα, παραβιάζοντας το Σύμφωνο Σταθερότητας κάθε χρόνο. Μόνο η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει σε καλές περιόδους να ελέγξει το χρέος της. Μόνο η Ελλάδα έχει μπει δύο φορές -αυτό έγινε την τελευταία πενταετία- στο πιο αυστηρό καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης, το περίφημο 124.9 ή 126.9 με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Μόνο η Ελλάδα δεν κατάφερε να μετατρέψει τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης σε έσοδα για το κράτος την τελευταία πενταετία και «συμμάζεμα» των δημοσίων οικονομικών της. Μόνο η Ελλάδα άλλαξε μεθοδολογίες, για να καλύψει τη μείωση του ελλείμματος, όπως κάναμε το 2004 δυστυχώς, με τη Νέα Δημοκρατία.

Δυστυχώς, όλα αυτά έχουν καταγραφεί στο ιστορικό της χώρας μας. Όλα αυτά τα έχουν δει οι διεθνείς μας εταίροι, τα γνωρίζουν και δυστυχώς, γνωρίζουν με πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες τα πρόσωπα, τις ημερομηνίες, τα γεγονότα.
Λυπάμαι που δεν μπορώ, ως Υπουργός Οικονομικών, να μεταφέρω σε αυτήν την Αίθουσα τα όσα μου έχουν μεταφερθεί το τελευταίο πεντάμηνο, σχετικά με την προηγούμενη ελληνική Κυβέρνηση.

Δεν ζούμε μόνοι μας, ζούμε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαστε χώρα-μέλος της Ευρωζώνης με συγκεκριμένες υποχρεώσεις, όπως και όλοι οι άλλοι, υποχρεώσεις διαφάνειας, παροχής πληροφορίας προς τους εταίρους μας. Και βέβαια, ζούμε σε μία εποχή, όπου η πληροφορία, η είδηση ή το γεγονός δεν μένουν «κλειδωμένα» στα γεωγραφικά όρια της χώρας μας. Θα ήταν, ίσως, βολικό να μπορούσαμε να κάνουμε ένα απόλυτο διαχωρισμό, άλλα να λέμε μέσα, άλλα να λέμε έξω. Κάποιοι το επιχείρησαν. Δεν γίνεται αυτό. Είμαστε σε ένα παγκόσμιο χωριό και τα νέα κυκλοφορούν πάρα πολύ γρήγορα και τα κακά νέα ακόμη πιο γρήγορα.
Και δυστυχώς, όλοι όσοι γνωρίζουν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα δημοσιονομικά στατιστικά στην Ελλάδα, αναρωτιούνται και δικαίως: δεν υπάρχουν κανόνες σε αυτήν την χώρα; Δεν υπάρχει κράτος δικαίου; Δεν υπάρχει Δικαιοσύνη; Δεν υπάρχουν ευθύνες; Δεν τιμωρείται ποτέ κανείς και για τίποτα;

Αυτά τα ερωτήματα -σας θυμίζω- είναι και ερωτήματα των Ελλήνων πολιτών. Δεν τα ρωτούν μόνο οι ξένοι εταίροι μας. Είναι αυτά που δείχνουν με κάθε τρόπο την απαξίωση της πολιτικής. Κι είναι από τους βασικούς λόγους που εμείς προχωρήσαμε και στην πρόταση που κάναμε για την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, σχετικά με τα δημοσιονομικά στοιχεία.

Ξέρω ότι διαφωνείτε, αλλά εγώ πρέπει να σας πω ξανά ότι δεν πρέπει το Ελληνικό Κοινοβούλιο να έχει απολύτως κανένα πρόβλημα να κάνει παρόμοια ερωτήματα και να ζητά να βγει στην επιφάνεια η πραγματικότητα. Γιατί, δυστυχώς, αυτή η πραγματικότητα είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο κι εμείς δεν μπορούμε να στρουθοκαμηλίζουμε και να «κρύβουμε το κεφάλι μας μέσα στην άμμο». Δεν ωφελεί σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή για τον τόπο, αντί να κοιτάξουμε να τακτοποιήσουμε τα του οίκου μας, να επιχειρούμε να ρίξουμε αλλού την ευθύνη.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, την Κυβέρνηση αυτήν την εξέλεξε ο Ελληνικός λαός και της έδωσε μία εντολή πολύ καθαρή, να λύσει προβλήματα. Και επιλέξαμε ως Κυβέρνηση, τη λύση των προβλημάτων κι όχι να τα «κρύψουμε» κάτω από το χαλί, όχι την επικοινωνιακή τους διαχείριση, όπως έκανε η προηγούμενη Κυβέρνηση επί έξι χρόνια και στο τέλος, την απέρριψε ο Ελληνικός λαός.

Οι πολίτες ζητούν λύσεις, τα προβλήματα της χώρας ζητούν λύσεις. Και για εμάς, λύση στο πρόβλημα της αξιοπιστίας μας απέναντι στους Έλληνες πολίτες, απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους μας, είναι πρώτα από όλα, η αποφασιστικότητα, με την οποία αντιμετωπίζουμε τα τρέχοντα προβλήματα, η αποφασιστικότητα, με την οποία διαχειριζόμαστε το σημερινό δημοσιονομικό πρόβλημα, η αποφασιστικότητα με την οποία επιχειρούμε να περάσουμε ένα εξαιρετικά δύσκολο «σκόπελο» για την ελληνική οικονομία και τους Έλληνες πολίτες.

Αυτή η αποφασιστικότητα εκφράστηκε και με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που καταθέσαμε. Εκφράστηκε ακόμη και με τα δύσκολα μέτρα, τα οποία πήραμε πριν από μερικές εβδομάδες. Μέτρα τα οποία όλοι γνωρίζουμε ότι δημιουργούν προβλήματα στην ελληνική οικογένεια και στον Έλληνα πολίτη, τα οποία, όμως, κρίθηκαν και είναι αναγκαία, για να μπορέσουμε να ανακτήσουμε αυτήν την αξιοπιστία και να φανεί ότι η Ελλάδα είναι απολύτως αποφασισμένη να μειώσει τα μεγάλα ελλείμματα, τα οποία κληρονόμησε αυτή η Κυβέρνηση από την προηγούμενη. Χρειάζεται σήμερα, να δώσουμε λύσεις στα προβλήματα.

Και βέβαια, εδώ είναι προφανώς και το σημείο, στο οποίο ζητούμε την αλληλεγγύη των Ευρωπαίων εταίρων μας. Αυτήν την αλληλεγγύη, όμως, και τη στήριξη δεν μπορούμε να τη ζητήσουμε μέσα από μία λογική που λέει «Γιατί λέτε μόνο για μένα; Και οι άλλοι έχουν ελλείμματα». Δεν μπορούμε να ζητήσουμε αλληλεγγύη μέσα από μία λογική, η οποία δεν αποδέχεται το πρόβλημα, το οποίο έχει η χώρα.
της χώρας.

Προφανώς, θα μιλήσουμε και για τα προβλήματα των άλλων χωρών. Προφανώς, πρέπει να τα βλέπουμε, αλλά πρώτα από όλα πρέπει να κάνουμε κάτι για τα δικά μας προβλήματα. Τα προβλήματα των άλλων δεν μπορούν να είναι σημαία ευκαιρίας για εμάς, ούτε μπορεί να βοηθήσουν τη χώρα μία διεθνής οικονομική πολιτική ή διεθνής διαπραγμάτευση, που βασίζεται στις νέες ευκαιρίες.

Θα δημιουργούσε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, στην προσπάθεια που κάνει σήμερα και η χώρα, αλλά και οι πολίτες, για να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία μας και να αποδείξουμε ότι μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας. Προσπαθούμε και θα συνεχίσουμε να λύσουμε εμείς οι ίδιοι τα προβλήματά μας. Γιατί αυτό θέλει να κάνει η Ελληνική Κυβέρνηση, να λύσουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας. Και να τα λύσουμε πραγματικά, όχι να τα καλύψουμε. Και βέβαια, να πιάσουν τόπο όλα αυτά που σήμερα ζουν οι Έλληνες πολίτες, όλες τις θυσίες που είναι αναγκασμένοι να κάνουν.

Κάνετε στην ερώτησή σας μία αναφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις και στο θέμα των αμυντικών δαπανών και της αμυντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ξέρετε, είναι δύο ζητήματα, για τα οποία δεν έχουν εγκαταλειφθεί ποτέ οι προσπάθειες, τουλάχιστον από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, για να λυθούν.  Στο πλαίσιο, όμως, της δημοσιονομικής κρίσης που βρισκόμαστε σήμερα και με βάση τις ευθύνες που έχουμε και αυτό θα μπορούσε να φανεί ως μία σημαία ευκαιρίας, ως μία προσπάθεια υπεκφυγής από τις υποχρεώσεις μας.

Επαναλαμβάνω -και ο Πρωθυπουργός ήταν απολύτως σαφής όταν απάντησε σε εσάς, κύριε Καρατζαφέρη, από αυτό το Βήμα, στην αντίστοιχη ερώτηση που κάνατε- τα ζητήματα αυτά είναι πάντα για εμάς ανοικτά. Δεν μπορούν, όμως, αυτή τη στιγμή να επισείονται ως αντιστάθμισμα σε αυτά που πρέπει να κάνει η χώρα.
Ναι, οι αμυντικές δαπάνες είναι ένα πολύ μεγάλο κόστος, αλλά δεν ευθύνονται οι αμυντικές δαπάνες για την κακοδιαχείριση της χώρας, ούτε για τις επιλογές που μας έφεραν στο 12,7% του ελλείμματος. Ακόμα και χωρίς αυτές, μένει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, ένα πρόβλημα που ξεπερνά τα 25 δισ. ευρώ για έλλειμμα το 2009. Και γι’ αυτό το πρόβλημα, κάτι πρέπει να κάνουμε.

Έρχομαι τώρα, σε ένα άλλο ερώτημα, το οποίο έχετε θέσει, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Γνωρίζετε πολύ καλά τις θέσεις και τις απόψεις που έχουμε εκφράσει επανειλημμένα σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης ενός μηχανισμού στήριξης των κρατών-μελών της Ευρωζώνης σε δύσκολες οικονομικές καταστάσεις. Το έχω παρομοιάσει πολλές φορές με την ανάγκη να υπάρχει πάνω στο τραπέζι ένα γεμάτο πιστόλι. Να μη χρειαστεί ποτέ να το χρησιμοποιήσουμε, αλλά να είναι πάνω στο τραπέζι.

Αυτές οι απόψεις έχουν εκφραστεί πολλές φορές σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο από το σημερινό Πρωθυπουργό, που ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς είχε πρωτοστατήσει, σας θυμίζω, στο άνοιγμα και στην πρόοδο αυτών των συζητήσεων και για τα βραχυπρόθεσμα, αλλά και για τα μεσοπρόθεσμα ζητήματα.

Αν ανατρέξει κάποιος και στο παρελθόν, θα θυμηθεί ότι η πρόταση για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, πηγαίνει πάρα πολύ πίσω. Πηγαίνει στις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε, όταν δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σήμερα, επανέρχεται, με άλλη μορφή. Και είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία εμείς θέλουμε να συμμετάσχουμε και είμαστε έτοιμοι να συμμετάσχουμε. Όμως, είναι ένα μακροχρόνιο έργο, το οποίο θεσμικά χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία, μεγάλη προεργασία και φυσικά ομοφωνία για την αλλαγή της Συνθήκης.

Άρα, δεν μπορεί αυτό να είναι η άμεση λύση στο πρόβλημα της χώρας. Ξέρετε ότι αυτό που θα μπορούσε να βοηθήσει τη χώρα σήμερα είναι η συζήτηση για έναν άμεσο μηχανισμό στήριξης, στην περίπτωση που η Ελλάδα ή η οποιαδήποτε άλλη χώρα βρεθεί σ’ αυτή τη θέση και το χρειαστεί. Και ξέρετε πολύ καλά ότι η συζήτηση αυτή ήταν κεντρικό θέμα στο τελευταίο Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δευτέρα και την Τρίτη που μας πέρασε, στις Βρυξέλλες.

Ήταν μία συζήτηση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ήταν μία συζήτηση στην οποία κάθε χώρα προσήλθε με τις δικές της θέσεις βεβαίως, με τα δικά της εσωτερικά πολιτικά, νομικά, θεσμικά προβλήματα. Ήταν μία συζήτηση στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ήταν ένθερμοι υποστηρικτές, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της ανάγκης να υπάρχει ένας παρόμοιος μηχανισμός στήριξης. Και ήταν μία συζήτηση, όπου παρότι προχώρησε πολύ το θέμα -προχώρησε γιατί συζητήθηκαν εναλλακτικές, συζητήθηκε πώς ακριβώς θα μπορούσε να είναι αυτός ο μηχανισμός, αν θα είναι ένας μηχανισμός βασισμένος σε εγγυήσεις ή σε διμερή δάνεια- δεν λήφθηκε τελική πολιτική απόφαση. Δεν λήφθηκε τελική πολιτική απόφαση, γιατί ορισμένες χώρες δεν αισθάνθηκαν έτοιμες να την πάρουν στο συγκεκριμένο επίπεδο και παρέπεμψαν τις τελικές αποφάσεις σε επίπεδο Συμβουλίου Κορυφής, σε επίπεδο δηλαδή Πρωθυπουργών και Αρχηγών Κρατών.

Οριστικές αποφάσεις, λοιπόν, δεν υπάρχουν. Οριστικές αποφάσεις θα παρθούν στο επίπεδο των Πρωθυπουργών. Είναι, όμως, μία εξέλιξη αυτή των τελευταίων ημερών, η οποία είναι θετική και βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση. Γι’ αυτή η Ελλάδα προφανώς έχει παίξει καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο λόγω του προβλήματός της, αλλά και γιατί με την ευκαιρία του προβλήματός έχουν μπει πάνω στο τραπέζι ζητήματα για τη θεσμική ολοκλήρωση ενός πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε ότι, όταν δημιουργήθηκε, δεν ήταν επαρκές, για να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα, όπως αυτά τα οποία έχουμε σήμερα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε και δημιούργησε μία κοινή νομισματική πολιτική, αλλά στην πράξη δεν έφθασε στην οικονομική ολοκλήρωση. Και είναι προφανές ότι της λείπει ένα πόδι σήμερα και αυτό το βλέπουμε πολύ καθαρά με αφορμή τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας μας.

Επίσης, είναι σαφές ότι σε αυτή τη συζήτηση πρέπει κάποιος να μιλήσει και για τα προβλήματα της κερδοσκοπίας, για τις κερδοσκοπικές κινήσεις που γίνονται. Σας θυμίζω ότι υπάρχει μία κοινή επιστολή με πρωτοβουλία της Ελλάδας, την οποία υπέγραψε η Καγκελάριος Γερμανίας, ο Πρόεδρος της Γαλλίας, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο Πρόεδρος του Eurogroup και Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου- σχετικά με τον έλεγχο σε βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές κινήσεις, ειδικά με τη χρήση ορισμένων συγκεκριμένων εργαλείων, που έχουν χρησιμοποιηθεί και κατά της χώρας μας. Τα εργαλεία αυτά, με έναν πολύ απλό τρόπο, μοιάζουν με τη δυνατότητα που έχουν κάποιοι επενδυτικοί οργανισμοί να αγοράσουν μία ασφάλεια στο σπίτι του διπλανού μας και στη συνέχεια να του βάλουν φωτιά, για να πάρουν την ασφάλεια. Αυτό είναι, προφανώς, κάτι που δεν μπορεί να επιτρέπεται με αυτόν τον τρόπο.

Και στο τελευταίο Συμβούλιο Οικονομικών, έγινε μία παρόμοια συζήτηση, όμως δεν υπήρξαν αποφάσεις, γιατί υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στις χώρες-μέλη. Εμείς, όμως, το θέμα αυτό το έχουμε βάλει στο κέντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας, το έχουμε φέρει και στο επίπεδο της παγκόσμιας ομάδας των 20, την G20 και αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα έχει πλέον φωνή και προωθεί παγκόσμια ζητήματα, τα οποία απασχολούν, όχι μόνο την ίδια, αλλά συνολικά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ελλάδα, λοιπόν, μπορεί να έχει ρόλο καταλύτη σε παρόμοιες πρωτοβουλίες. Το έχουμε αποδείξει, εξάλλου, και στο παρελθόν, σε δύσκολες διαπραγματεύσεις και σε δύσκολες αποφάσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι, όμως, γεγονός ταυτόχρονα ότι το πλήγμα στο κύρος και την αξιοπιστία της χώρας, που, δυστυχώς, άφησε πίσω της η προηγούμενη Κυβέρνηση, δημιουργεί μία πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή. Μία λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτό που μπορεί και δικαιούται η χώρα μας να διεκδικήσει και σε αυτό που -επαναλαμβάνω – εκλαμβάνεται από άλλους, ως σημαία ευκαιρίας για να αποφύγει να λύσει το δικό της πραγματικό πρόβλημα.

Η κερδοσκοπία έχει δυσκολέψει το πρόβλημά μας. Δεν ευθύνεται, όμως, αυτή για το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα. Και βέβαια, όλες οι κινήσεις για περιορισμό των κερδοσκοπικών, καιροσκοπικών κινήσεων, που γίνονται σε βάρος της χώρας μας, δεν θα μπορέσουν να λύσουν το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα.

Το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα θα το λύσει η Ελλάδα. Θα το λύσει η σημερινή Κυβέρνηση, με τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει για τον έλεγχο των δαπανών, για την αύξηση των εσόδων και για την επαναφορά της χώρας σε μία τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι, ήδη, ακουγόμαστε, ευρωπαϊκά, πιο δυνατά. Ήδη, έχουμε αρχίσει να αντιστρέφουμε μία πορεία αναξιοπιστίας και ανυποληψίας της χώρας. Ήδη, η χώρα μπαίνει σε μία τροχιά βιώσιμων δημοσίων οικονομικών. Εμείς θα επιμείνουμε σε αυτήν την πορεία. Είναι μια πορεία στην οποία μας στηρίζουν οι Έλληνες πολίτες, και είμαστε σίγουροι ότι είναι μία πορεία η οποία θα φέρει αποτελέσματα.
Ευχαριστώ πολύ.

ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ

Θα επιχειρήσω στη δευτερολογία μου να συμπυκνώσω απλώς την αντίληψη της Ελληνικής Κυβέρνησης, την της μάλλον, για το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η οικονομική πολιτική και τη θέση της, απαντώντας έτσι και σε ορισμένα από τα ζητήματα, που έχουν τεθεί από τις τοποθετήσεις των Βουλευτών.

Ξεκινώντας από το διεθνές περιβάλλον, στο οποίο κινούμαστε, θα έλεγα ότι έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι μία πρωτοφανής θεσμική αμηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποτέ άλλοτε η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει φανεί τόσο θεσμικά αμήχανη απέναντι στα προβλήματα που υπάρχουν στο εσωτερικό της και γύρω της. Αυτή η θεσμική αμηχανία είναι προβληματική και μας προβληματίζει. Και δεν είμαστε μόνοι μας. Προβληματίζει όλους όσους θέλουμε μία ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και δεν είμαι σίγουρος ότι όλοι μέσα σε αυτή την Αίθουσα θέλουν αυτή την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Άκουσα και ορισμένα πράγματα που πάνε στην αντίθετη κατεύθυνση. Εμείς πάντως τη θέλουμε και γι’ αυτό και προσερχόμαστε με προτάσεις.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό αυτού του διεθνούς περιβάλλοντος είναι οι θέσεις συγκεκριμένων χωρών. Κάθε χώρα προσέρχεται στον διάλογο, στο τραπέζι με τα δικά της χαρακτηριστικά, τα δικά της προβλήματα, άλλα είναι νομικά και συνταγματικά, άλλα είναι σκληρά και αμιγώς πολιτικά. Μπορούμε να τα αναθεματίσουμε, μπορούμε να τα καταγγείλουμε, μπορούμε να πούμε εκ του ασφαλούς ό,τι θέλουμε, αλλά εγώ έχω μάθει στην πολιτική, ότι για να ξέρεις πώς να απαντάς, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να καταλαβαίνεις πώς σκέφτεται ο άλλος με τον οποίο συνδιαλέγεσαι και με τον οποίο συναποφασίζεις, είτε σου αρέσει είτε όχι. Και μπορεί να υπάρχουν οι συγκεκριμένες θεσμικές κατοχυρώσεις όλων των χωρών, στην πράξη, όμως, ζούμε και σε μία εποχή, που οι αποφάσεις που λαμβάνονται οδηγούνται από συγκεκριμένα κράτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε την άποψή μας. Προφανώς, την έχουμε και τη λέμε. Πέρα όμως από το να καταγγείλουμε τη στάση συγκεκριμένων χωρών, πρέπει να δούμε και πώς μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε.

Το τρίτο χαρακτηριστικό, βεβαίως, είναι το διεθνές περιβάλλον. Οι διεθνείς αγορές με την αστάθεια την οποία έχουν, που δεν λειτουργούν πάντα ορθολογικά, ενώ τα κράτη δεν έχουν καταλάβει και δεν έχουν φροντίσει να ρυθμίσουν και να επαναοριοθετήσουν τις σχέσεις τους με αυτές τις διεθνείς αγορές. Αλλά, δυστυχώς, αυτές είναι οι διεθνείς αγορές, στις οποίες λειτουργούν κερδοσκόποι, στις οποίες υπάρχει μεγάλη αδιαφάνεια πολλές φορές, σε συγκεκριμένα εργαλεία και οι οποίες κινούνται εξαιρετικά γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα βέβαια από τις πολιτικές των κρατών που, δυστυχώς, πολλές φορές είναι απλώς ουραγοί. Αυτό είναι το περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κινούμαστε και μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουμε δυο επιλογές. Η μια επιλογή είναι να το αγνοήσουμε, να το αναθεματίσουμε, να το περιγράψουμε, αλλά να κινηθούμε με γνώμονα τα καθαρά εσωτερικά μας προβλήματα και προτεραιότητες. Είναι μια λάθος επιλογή. Δεύτερη επιλογή είναι να αναγνωρίσουμε αυτό το περιβάλλον και μέσα σε αυτό, με βασικό κριτήριο τα εθνικά μας συμφέροντα, να επιχειρήσουμε να βρούμε λύσεις.

Αυτό εμείς, ως ελληνική Κυβέρνηση, επιχειρούμε να κάνουμε και το κάνουμε με τρεις τρόπους. Ο πρώτος είναι να αναλύσουμε, μέσα από ένα συγκεκριμένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο για το πώς θα επαναφέρουμε τα δημόσια οικονομικά στη σωστή πορεία. Διότι ό,τι και να πούμε, σε όποιον και να ρίξουμε το φταίξιμο, η πραγματικότητα είναι μια. Και η πραγματικότητα είναι ότι μια χώρα δεν μπορεί να πορεύεται με ένα έλλειμμα 30 δισ. ευρώ και με ένα χρέος 300 δισ. ευρώ.

Μπορώ να περάσω ατελείωτες ώρες εξηγώντας πώς φτάσαμε εδώ, σ’ αυτό το έλλειμμα, και να διαφωνήσω με πολλούς από αυτούς που είναι αυτή τη στιγμή στην Αίθουσα. Αλλά αυτό το έλλειμμα μόνο εμείς μπορούμε να το μειώσουμε -κανένας άλλος – και αυτό το χρέος μόνο εμείς μπορούμε να το ελέγξουμε.

Το δεύτερο στοιχείο είναι να δούμε, αν μπορούμε να πάρουμε κάποια συγκεκριμένα μέτρα, για να ανακτήσουμε μια χαμένη αξιοπιστία. Αυτό το κάναμε. Πολλές φορές τα μέτρα αυτά -όπως τα πρόσφατα- είναι πολύ δύσκολα, είναι σκληρά, ταλαιπωρούν την ελληνική οικογένεια και τους Έλληνες πολίτες, είναι όμως αναγκαία. Και το τρίτο είναι αφού έχουμε κάνει εμείς αυτά τα οποία πρέπει να κάνουμε, να δούμε ποιους μηχανισμούς στήριξης μπορούμε να βρούμε από τους Ευρωπαίους εταίρους μας ή και πέρα από αυτούς.

Με αυτούς τους μηχανισμούς στήριξης, με μεγάλη επιμέλεια με μεγάλη προσοχή, με όλη την εμπειρία την οποία κουβαλάει μαζί του ο σημερινός Πρωθυπουργός, με την μικρότερη εμπειρία που κουβαλάει ο σημερινός Υπουργός Οικονομικών και άλλα μέλη της Κυβέρνησης, βεβαίως που έχουν και αυτοί αρμοδιότητες, επιχειρούμε να διαμορφώσουμε ένα περιβάλλον, για να βγάλουμε τη χώρα από την στενωπό στην οποία βρίσκεται.

Αυτό θα το κάνουμε, μην έχετε καμία αμφιβολία. Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ μεγάλες και είναι θετικές αρκεί να ξεπεράσουμε τον δύσκολο κάβο, στον οποίο βρισκόμαστε. Θα τον ξεπεράσουμε, γιατί, πρώτον ξέρουμε πού πάμε, ξέρουμε τις επιλογές μας. Δεύτερον, πείθουμε τους Έλληνες πολίτες ότι ακόμη και τα δύσκολα μέτρα που παίρνουμε, είναι μέτρα τα οποία επιχειρούμε -στο βαθμό που γίνεται- να χαρακτηριστούν από κοινωνική δικαιοσύνη. Και τρίτον, γιατί οι Έλληνες πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι θυσίες τους δεν θα πάνε χαμένες, αυτή τη φορά, σε αντίθεση με προηγούμενες φορές.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ο σχολιασμός είναι κλειστός προς το παρόν, αλλα μπορείτε να το επισημάνετε απο τον ιστοχώρο σας.
Το παρόν άρθρο ανήκει στις κατηγορίες Απαντήσεις και συνοδεύεται απο τις ετικέτες , .